Reply to comment
Πανεπιστήμια "φεουδαρχικού τύπου"
Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα

Η εμπειρία μεν ποείν τον αιώνα ημών πορεύεσθαι κατά τέχνην, απειρία δε κατά τύχην. Αριστοτέλης
(Η εμπειρία μας κάνει να πορευόμαστε σύμφωνα με τις αρχές της επιστήμης, η απειρία μας πηγαίνει όπου τύχει)
Αλλά και το ελληνικό Πανεπιστήμιο, είναι και αυτό ένα κλασικό παράδειγμα πολιτιστικού χώρου, που μπορεί να διαθέτει σχετική αυτονομία και επιτελικό ρόλο, όμως εξακολουθεί να λειτουργεί με παραδοσιακές διαδικασίες και λογικές.
Ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του σύχρονου Πανεπιστημίου είναι:
- Υποανάπτυξη (δεν πέρασε καν από το στάδιο του ορθολογιστικού – τεχνοκρατικού προτύπου)
- Αδράνεια (αντίσταση στις αλλαγές – στενό όραμα, χωρίς φαντασία)
- Δυσκαμψία, εσωστρέφεια –παρωπίδες στα προβλήματα (αυτοϊκανοποίηση...)
- Γραφειοκρατικές και συγκεντρωτικές δομές και νοοτροπίες ιδιαίτερα σε θέματα έρευνας.
- Πελατειακές σχέσεις συνδικαλιστικών φοιτητών και προέδρων, (Αυτονομία=Αυτονόμηση της αυθαιρεσίας).
- Οι πρυτανικές αρχές αναδεικνύονται μέσα από τα κομματικά μαγειρεία
- Πολλά από τα τμήματα από κομματικά φέουδα εξελίχτηκαν σε προσωπικά είτε σε αλληλοσυγκρουόμενες ομάδες, με μειωμένη ακαδημαϊκή αξιοπρέπεια.
- Εμμονή σε παλιά πρότυπα διδασκαλίας και μάθησης. Στείρος ακαδημαϊσμός (Σύστημα βιβλιοκεντρικό/υλικοκεντρικό, συγκεντρωτικό, τμηματοποιημένο, αρκετά αναπαραγωγικό)
- Αναχρονιστική – Αντιφατική διδακτική μεθοδολογία
- Εμπειρικό κενό: αποσύνδεση από την πράξη, την εφαρμογή, την υπέρβαση του στερεοτυπικά αυτονόητου
- • Απο-προσωποποίηση της εκπαιδευτικής σχέσης
- Υποχρηματοδότηση και ελλιπής στήριξη από την Πολιτεία («Κατ’ εικόνα και ομοίωση...» του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου)
- Υποτίμηση του παιδαγωγικού και του πολιτιστικού ελλείμματος (της ουσιαστικής δηλαδή μεταρρύθμισης)
- Αδυναμία αυτο-ρύθμισης
- Αδυναμία ανταπόκρισης στις μεταβολές, τις πολυπλοκότητες και τις νέες προκλήσεις του οικουμενικού περιβάλλοντος
- Μη θεσμοθετημένες μεταπτυχιακές σπουδές
Όλα τα παραπάνω μπορεί να ερμηνευτούν με τη θεωρία του οικοδομισμού, η οποία έχει εφαρμογή κυρίως στο χώρο της μάθησης και της επιστημολογίας, μπορεί όμως να ερμηνεύσει και πολλά φαινόμενα της εξέλιξης στον τομέα της Παιδείας, με την ευρύτερη πολιτιστική έννοια, αλλά και στον τομέα της πολιτικής.
Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η εξέλιξη στη μάθηση των ατόμων και των ομάδων γίνεται με τη συμμετοχή και το δυναμικό μετασχηματισμό της ήδη προϋπάρχουσας γνωσιακής και εμπειρικής τους βάσης, που είναι στενά συνδεδεμένη με το ισχύον κοινωνικό πλαίσιο και τα πολιτιστικά του εργαλεία. Δεν επιτυγχάνεται με έξωθεν ρυθμίσεις ή επιβολές, ούτε σε απλό, λεκτικό επίπεδο. Λαμβάνει χώρα είτε με αφομοίωση της νέας γνώσης και συμπεριφοράς, που ενσωματώνεται στην προϋπάρχουσα εμπειρία (επομένως το νόημά της αλλοιώνεται από τον υποκειμενικό παράγοντα), είτε με αναδόμηση της προϋπάρχουσας εμπειρίας, προκειμένου αυτή να γίνει συμβατή με τη νέα γνώση.
Η δεύτερη διαδικασία είναι πιο σπάνια και πιο δύσκολη, αφού απαιτεί περισσότερες και ποιοτικότερες αλλαγές της πρότερης νοητικής ή εμπειρικής βάσης. Και σε αυτή την περίπτωση βέβαια δεν εξαφανίζονται όλες οι αντιφάσεις που είναι δυνατόν να προκληθούν λόγω της ασυμβατότητας της παλιάς με τη νέα γνώση και συμπεριφορά που αναδύεται στο προσκήνιο, αφού οι άνθρωποι έχουν τον τρόπο τους να αγνοούν τις αντιφάσεις αυτές ή να τις στρογγυλεύουν και να τις παρακάμπτουν συνειδητά ή ασυνείδητα.
Έτσι ερμηνεύεται που η δικτατορία της έδρας μετεξελίχτηκε στη δικτατορία των εκλεκτορικών σωμάτων (ο νόμος-πλαίσιο προέβλεπε και δημιουργία «ακαδημίας» για να ελέγχονται οι αποφάσεις των εκλεκτορικών σωμάτων αλλά «οι δημοκρατικές» δυνάμεις ισχυριζόταν ότι η βάση δεν πρέπει να ελέγχεται διότι σκέπτεται εξ αντικειμένου σωστά) και το φέουδο της έδρας μετεξελίχτηκε σε κομματικό ή προσωπικό φέουδο των πανεπιστημιακών τμημάτων. (Οι πρυτάνεις στη φεουδαρχική δομή της έδρας εκλέγονταν από την κυβέρνηση (άμεσα ή έμμεσα) και στη σύγχρονη φεουδαρχική κομματική δομή από τα κόμματα). Το καινούργιο έχει τις ρίζες του μέσα στο παλιό, και είναι δυνατόν ή να το ενσωματώσει δημιουργικά, ή να το αφομοιώσει ακριβώς γιατί είναι πολύ δύσκολο να υπερβούμε εντελώς την εμπειρία που μας έθρεψε.
Έτσι λοιπόν εξηγείται εν μέρει και το γεγονός ότι νέες ιδέες, καινοτομίες και κοινωνικές κατακτήσεις, προοδευτικοί νόμοι και παροτρύνσεις συχνά αλλοιώνονται ή και διαστρεβλώνονται στο στάδιο της εφαρμογής, δεδομένου ότι δεν έχουν περάσει από το επίπεδο της απλής, λεκτικής αναπαραγωγής, στο επίπεδο της ενεργού βιωματικής εμπειρίας και του μετασχηματισμού της προϋπάρχουσας μαθησιακής και πολιτιστικής βάσης. Έτσι κατανοούμε τη δυναμική φύση της μάθησης και της επικοινωνίας, αλλά και το πόσο δύσκολο είναι να αλλάξει η διδασκαλία, το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και η πολιτιστική και πολιτική μας πραγματικότητα, που έχουν θεμελιωθεί σε μία συγκεκριμένη ιστορική και πολιτιστική βάση.
Γιατί ο μετασχηματισμός των νοοτροπιών δεν επιτυγχάνεται μέσα από μία συνοπτική, μονόδρομη, αυτόματη και γραμμική διαδικασία, αλλά έχει να κάνει με μία επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία δοκιμής και πλάνης, συνεχούς πειραματισμού, νοητικής ευελιξίας, αλληλεπίδρασης με άλλους έμπειρους πολιτιστικούς φορείς, εσωτερίκευσης αναγνωρισμένων κοινωνικών προτύπων, διαπραγμάτευσης με άλλους, αυτο-διόρθωσης και μετασχηματισμού της όλης εμπειρίας σε ένα αυτορρυθμιζόμενο τρόπο ζωής.
Στο φαινόμενο αυτό οφείλονται, για παράδειγμα, οι στρεβλώσεις που υφίστανται νεοεισαχθέντες εκπαιδευτικοί θεσμοί και διάφορες αντιφατικές συμπεριφορές των πανεπιστημιακών φορέων, που αγωνίστηκαν για την κατάρρευση του φέουδου της καθηγητικής έδρας και στη θέση της εγκαθίδρυσαν τελικά κομματικά φέουδα, που και αυτά μετατράπηκαν σε προσωπικά. Οι δημοκρατικοί νόμοι για να εφαρμοστούν απαιτούν και δημοκράτες να τους στηρίξουν. Η "δημοκρατική συνείδηση και συμπεριφορά" δεν είναι κομματική ετικέτα αλλά βίωμα καθημερινό. Μετά τη μεταπολίτευση ο μύθος ότι οι «αριστεροί» είναι και δημοκράτες έπεσε στο κενό. Η κομματικοποίηση της φοιτητικής κοινότητας έφεραν στο σημείο τους εκπροσώπους της, αντί να γίνουν πρωτοπόροι των ιδεών και ο ανθός της στοχαζόμενης νεολαίας, να εμπλακούν σε διαδικασίες συναλλαγής με τους καθηγητές, πατρωνίας των φοιτητών και πολυκερματισμού του φοιτητικού κινήματος και σε αγώνες που περιορίζονται σε κραυγές, συνθήματα και πανώ, όπου δεν χωρά τίποτε άλλο πέρα από ένα ναι ή ένα όχι.
Τους βλέπουμε στα τηλεοπτικά παράθυρα, να εμφανίζονται με την ετικέτα του μαχητή δημοκράτη και του αγωνιστή και την ίδια στιγμή να αδυνατούν να διεξαγάγουν πραγματικό διάλογο, να μπουν στη θέση του άλλου, να εκτιμήσουν τα θετικά σημεία των θέσεων των αντιπάλων, να απαντήσουν σε ερωτήσεις που δεν περιλαμβάνονται στο καθιερωμένο τους τροπάρι, να προσεγγίσουν τα ζητήματα με τρόπο πολυδιάστατο και διαλεκτικό. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς, πώς ένας δημοκρατικός νόμος, που θέσπισε τον εκσυγχρονισμό της οργάνωσης του πανεπιστημίου, τη διεύρυνση της ακαδημαϊκής ιεραρχίας και την εκπροσώπηση των φοιτητών σε όλα σχεδόν τα συλλογικά όργανα λήψης ακαδημαϊκών αποφάσεων, κατέληξε σε τέτοιου είδους αποτελέσματα;
Γιατί τελικά καταφέρνουν να υποβαθμίσουν τις σπουδές του δημόσιου πανεπιστημίου οι ίδιοι οι φοιτητές με τις επαναλαμβανόμενες απεργίες, τις καταλήψεις, τις καταστροφές της δημόσιας περιουσίας, τις πράξεις βίας και τρομοκράτησης όσων δεν τους είναι αρεστοί, προκειμένου να εμποδίσουν την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, ενώ θα μπορούσαν να επινοήσουν διαφορετικούς τρόπους αυτο-οργάνωσης, αναβάθμισης των σπουδών τους, διαμαρτυρίας, και διεκδίκησης και να μην ενεργούν ως κακέκτυπα των πολιτικών τους προτύπων;
Μα διότι το καινούριο ενσωματώνεται στο παλιό και απαιτείται ο αναγκαίος ιστορικός χρόνος, ώστε οι θεσμοί να περάσουν από διάφορες φάσεις εξέλιξης και οι κοινότητες να μετασχηματιστούν. Διότι πληρώνουμε ακόμη τον εμφύλιο των παππούδων μας, το μονοκομματικό κράτος της μετεμφυλιακής περιόδου, τη δική μας εμπειρία της χουντικής επταετίας και της μεταπολίτευσης. Έχουν μαζευτεί πολλά απωθημένα που μας κάνουν να φυσάμε και το γιαούρτι. Δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τα παλιά μας αντανακλαστικά και αντιδρούμε σαν to σκύλο του Παβλώφ στη θέα της αστυνομίας, λες και αυτή είναι σήμερα η πηγή του κακού.
Όπως και παλαιότερα, είμαστε ακόμη «ή του ύψους ή του βάθους»: έχει καεί το Πολυτεχνείο, έχουν καταστραφεί καλλιτεχνικά έργα ανεκτίμητης πολιτιστικής αξίας, μετατράπηκαν τα ανώτατα ιδρύματα σε πολεμικά ορμητήρια μιας χούφτας αναρχικών, γίνονται συνεχώς εδώ και πολλά χρόνια βανδαλισμοί και ληστείες στα πανεπιστήμια και οι δημοκρατικά εκλεγμένες ηγεσίες τους δεν τολμούν να απαιτήσουν όρους στην εφαρμογή του νόμου περί πανεπιστημιακού ασύλου φοβούμενοι την οργή των φοιτητών ή μήπως κακο-χαρακτηριστούν. Επίσης, από φόβο για το ενδεχόμενο της χειραγώγησης του πανεπιστημίου από την πολιτική ηγεσία και τη δυσπιστία για το πώς θα εξελιχθεί ο θεσμός της αξιολόγησης του παραγόμενου έργου των πανεπιστημίων, που ισχύει σε πολλές χώρες, σε συνδυασμό με άλλους λόγους, οι εκπρόσωποί τους απορρίπτουν κάθε ιδέα αξιολόγησης ή διαπραγμάτευσης των όρων υπό τους οποίους αυτή θα μπορούσε να δοκιμαστεί, όπως περίπου είχαν αντιδράσει μεταπολιτευτικά και οι εκπαιδευτικοί της σχολικής εκπαίδευσης στο θεσμό του επιθεωρητή.
Πήρε πολλά χρόνια για να γίνει αποδεκτός και να λειτουργήσει πλήρως ο θεσμός του σχολικού συμβούλου, παρόλο που ο ρόλος του ήταν εντελώς διαφορετικός, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος εμπειρίας και εξέλιξης. Φοβόμαστε και αποστρεφόμαστε την επαγγελματική αξιολόγηση και τον έλεγχο, ακόμη και όταν αυτός είναι αναγκαίος για την ανάπτυξη του επαγγελματισμού μας, γιατί έχουμε κακή εμπειρία από παλιότερες εποχές που η αξιολόγηση ήταν μηχανισμός ελέγχου των κοινωνικών φρονημάτων και φρονηματισμού των αντιφρονούντων. Θυμόμαστε τη μαθητική ποδιά σε παλαιότερες εποχές και, μετά τη μεταπολίτευση θεωρήσαμε απελευθέρωση την κατάργηση οποιασδήποτε φορεσιάς, που θα απέδιδε σεβασμό στο σχολικό περιβάλλον, και οι μαθητές καθυποτάχθηκαν τελικά στις επιταγές της νεανικής μόδας. Από το φόβο της ομοιομορφίας καταλήξαμε στο άκρο του ανταγωνισμού ως προς την εξωτερική εμφάνιση, της επίδειξης, της ασυδοσίας και της οικονομικής επιβάρυνσης της οικογένειας.
