Reply to comment

Πρόλογος

Ευγνωμονώ αυτό το μοναστήρι,
όπως ευγνωμονώ τη φλόγα για το φως της.

Κάθε άνθρωπος είναι πρωτίστως πολιτιστική ύπαρξη. Κάποιοι από εμάς έχουμε βαθιά τις ρίζες μας στην παράδοση, στους μύθους, στους θρύλους του τόπου μας, στα παιδικά βιώματα, στο μικρό εκκλησάκι του χωριού που εναποθέταμε όλες μας τις ελπίδες, στη μάνα μας, στην Παναγιά, στα πανηγύρια, στα ακούσματα της βυζαντινής και δημοτικής μουσικής. Πολλές φορές σκέφτομαι πόσο τυχερός είμαι, από αυτή τη σκοπιά, σε σχέση με τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα μέσα στα διαμερίσματα μιας μεγαλούπολης.

Ο καθένας μας, λοιπόν, έχει ανάγκη να γνωρίσει καλύτερα την προσωπική του ιστορία, την ιστορία της οικογένειάς του, του τόπου του και γενικότερα της πατρίδας του, για να μπορεί ν’ αγωνίζεται να ξεχωρίσει μέσα από αυτήν δημιουργώντας έτσι τη δική του αυθεντική προσωπικότητα. Παραφράζοντας τη ρήση του Spegler, θα έλεγα πως «αν δεν γράψεις για τον τόπο σου, δεν γράφεις για κανένα, αν δεν γράψεις για την εποχή σου, δεν γράφεις για καμία», που σημαίνει ότι προϋπόθεση για την κατανόηση του ευρύτερου πολιτισμού είναι η αυτογνωσία.

Είναι αλήθεια πως, αυτό που θα ανακαλύψω αν ψάξω στο βάθος της ύπαρξής μου, είναι το Μοναστήρι του χωριού μου. Στους στοχασμούς μου, στον ύπνο μου και στα όνειρά μου βασιλεύει μένοντας πάντα ξέχωρο και μοναχικό. Η ιστορία του χωριού μου, αλλά και της γύρω περιοχής έχει τη σφραγίδα του χιλιόχρονου αυτού μοναστηριού.

Τα προσωπικά μου βιώματα με το μοναστήρι έχουν να κάνουν περισσότερο με πρόσωπα, ιστορικές τοποθεσίες, συναισθήματα και γεγονότα γύρω από τη μακραίωνη ιστορία του. Γράφοντας τη δική μου ιστορία δεν κάνω τίποτα άλλο παρά να βάζω ένα προσωπικό λιθαράκι στην ιστορία του τόπου μου.

Όταν τώρα επισκέπτομαι το μοναστήρι, εκείνες τις ώρες νιώθω ότι κάνω ανακωχή με το θάνατο, γι’ αυτές στις λιγοστές ώρες που βρίσκομαι εκεί νιώθω, αν όχι αθάνατος, τουλάχιστον είμαι 1000 χρονών, όπως και το μοναστήρι.

Όταν ήμουνα μικρός, είχα την εντύπωση ότι το μοναστήρι ήταν ένα κτίσμα που ήταν σφραγισμένο με τη βούλα της αιωνιότητας. Εκείνος ο μεγάλος τρούλος του μαγειρειού, που η εσωτερική κάπνα του ήταν ένας άλλος εσωτερικός τοίχος, μου προκαλούσε δέος. Τα αιώνια  πράγματα δεν έχουν παρελθόν, γιατί αν είχαν δεν θα ήταν αιώνια. Ήταν ένα με τον ήλιο, με τη βροχή, με το φεγγάρι που φέγγιζε τις νύχτες τον κατάμαυρο αυτό τρούλο, τις μελωδίες που συντρόφευαν τα όνειρά μου, τα φτερουγίσματα των γρύλων. Αυτές οι εικόνες είναι σκηνές ενός φιλμ που βρίσκεται στο πιο κρυφό βάθος της ψυχής μου που έρχονται τις νύχτες με τα ακοίμητα αστέρια στα όνειρά μου.

Γράφοντας τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου, κτίζω το δικό μου μοναστήρι, αυτό που είναι μέσα μου, με τα ίδια θεμέλια, αλλά δίχως πέτρες, με πολλά παράθυρα που βλέπεις από έξω προς τα μέσα, με πολλά κανδήλια, με πολύ λιβάνι για να μοσχομυρίζει ο τόπος κατάνυξη και ευλάβεια κι ο καπνός να χορεύει στο ρυθμό της μουσικής των γρύλων ανεβαίνοντας στο σκοτεινό θόλο του ναού.

Τώρα που γράφω για το μοναστήρι, ένα κομμάτι της ζωής μου, συνειδητοποιώ ότι σπατάλησα τις μέρες μου, τα χρόνια μου για να μαθαίνω τις πιο ασυνάρτητες ανοησίες σαν τα κομμάτια ενός παζλ που δεν συνδέονται μεταξύ τους. Ένα σωρό κομματάκια και θρύψαλα που τώρα χορεύω πάνω στα συντρίμμια τους. Η πολλή μάθηση άσπρισε τα μαλλιά μου κι από τότε που γνώρισα τον Ηράκλειτο άρχισα να τα βάφω μπας και προλάβω τα χρόνια που έχασα!

Ναός (1960)

Reply