Who's online
User login
Reply to comment
Το μαγειριό με τον τρούλο
Το μαγειρειό με τον τρούλο.
Όταν έβλεπες το μοναστήρι από μακριά, δέσποζε ένας μαύρος τρούλος που πάντα κάπνιζε. Στα 1000 χρόνια ζωής του πολλές πυρκαγιές εξαφάνισαν κειμήλια, βιβλιοθήκες που, όπως αναφέρεται, ήταν οι πλουσιότερες όλων των μοναστηριών της περιοχής. Λόγω των πυρκαγιών, πολλά τμήματα του μοναστηριού ξανακτίστηκαν. Το μόνο τμήμα του που δεν φοβόταν τη φωτιά, ήταν το μαγειρειό. Για το λόγο αυτό επιβίωσε για 770 χρόνια. Ήταν το μέρος του μοναστηριού που δεν φοβόμουνα καθόλου. Ένιωθα να με προστατεύει η φωτιά με τη λάμψη και τη ζεστασιά της. Δεν ξέρω, γιατί αλλά οι τρούλοι συνήθως υποδηλώνουν ναούς και όχι μαγειρειά. Εδώ φαίνεται ότι ήταν ο ναός της λατρείας του γήινου ανθρώπου. Πιθανόν γι αυτό μου άρεσε τόσο πολύ το μαγειρειό. Παρατηρούσα τον καπνό ν’ ανεβαίνει, έφτανε στον τρούλο, έκανε βόλτες και μετά από ένα από τα πολλά παραθυράκια του τρούλου έβγαινε και ταξίδευε στον ουρανό. Κοίταξε έλεγα μέσα μου, η φωτιά έχει δυο παιδιά τη στάχτη και τον καπνό. Ενώ ο καπνός ταξιδεύει για τον ουρανό η στάχτη είναι καταδικασμένη να είναι κολλημένη στη γη. Η φωτιά μοιάζει με τον πόλεμο. «Πόλεμος πάντων πατήρ πάντων βασιλεύς, τους δε θεούς ανέδειξε τους δε ανθρώπους, τους δε δούλους εποίησε τους δε ελεύθερους». Η στάχτη τα απομεινάρια της ματαιότητας…
Μαγειρεύαμε σ’ αυτό το μαγειρειό. Ο ηγούμενος, πατέρας Γεννάδιος, ήταν καταπληκτικός μάγειρας. Στη ζωή μου δεν έχω δοκιμάσει νοστιμότερα φαγητά. Όταν φυσούσε κι ο άνεμος δεν είχε αναπαμό και το μουγκρητό του αέρα περνούσε απ’ τα παράθυρα του τρούλου και εγκλώβιζε τον καπνό στο εσωτερικό του μαγειρειού, εμείς ήμασταν βουτηγμένοι στα δάκρυα και βήχαμε. Αφιλόξενο το μαγειρειό σ’ αυτές τις ανεμοδαρμένες νύχτες
. Αν κοιτούσες ψηλά προς τον τρούλο έβλεπες ένα μαύρο πέπλο, το σάβανο από καπνό και θάνατο, η άλλη όψη της ύπαρξής μας. Τότε σβήναμε τη φωτιά και με ένα φανάρι μέσα στο βουβό σκοτάδι πηγαίναμε στο πιο απομακρυσμένο κελί του μοναστηριού, όπου κει μας περίμενε η θαλπωρή του τζακιού. Όταν πάλι τα βράδια ήταν ήρεμα με ολόγιομο φεγγάρι, η φεγγαροφώτιστη σιωπή της νύχτας περνούσε μέσα από τα ανεμοδαρμένα και καπνισμένα ανοίγματα του τρούλου και μαζί με τη λάμψη της φωτιάς γαλήνευε τη θλίψη μας και γίνονταν μια γλυκιά μελωδία στις μοναξιές των καρδιών όλων μας που αναζητούν να βρουν φωνή στη σιωπή του θεού που ξαπλώνεται παντού. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα οι επιθυμίες γίνονται λωλές και η ζωντανή πνοή του θεού θρονιαζόταν στο άδυτο της καρδιάς μας.
Όταν μετά από πολλά χρόνια επέστρεψα στο χωριό μου αντίκρισα το μοναστήρι χωρίς τον τρούλο του μαγειρειού. Μια μαχαιριά πέρασε απ΄ την καρδιά μου σπάζοντας μερικές απ’ τις χορδές δοξαριού κι η θλιβερή μουσική του θανάτου ξεχύθηκε μέσα μου. Επτακόσια εβδομήντα χρόνια ιστορίας εξαφανίστηκαν κάτω από τις ερπύστριες μιας μπουλντόζας. Η αλαζονεία του νεοέλληνα να κτίζει πάνω στα συντρίμμια της ιστορίας του, μέσα στην άγνοια και την απαιδευσιά, που περιφρονεί το παλιό μη γνωρίζοντας την αξία του και την ομορφιά της αυθεντικότητας. Γκρέμισμα στο βωμό της ανοικοδόμησης! Όπως τότε, που οι βυζαντινοί έκτιζαν τους χριστιανικούς ναούς στα συντρίμμια των αρχαίων ναών. Αισθανόμουν ότι ο θεός του γκρεμισμένου τρούλου δεν θα το συγχωρούσε ποτέ αυτό…
Ο πατέρας Γεννάδιος πέθανε και το μοναστήρι το ανέλαβαν μια ομάδα από νέες μοναχές που έδωσαν τη ζωή τους για την επιβίωση αυτού του μοναστηριού. Δεν ήταν μόνο ο τρούλος του μαγειρειού που γκρεμίστηκε. Και ο τρούλος του ορθόδοξου ελληνισμού είχε αρχίσει κι αυτός να γκρεμίζεται. Την περίοδο εκείνη η χώρα μας περνούσε τη φάση της μετάβασης από το μονοκομματικό κράτος της «δεξιάς» σε ένα κράτος ψηφοθηρικού αναχρονιστικού λαϊκισμού και ενός πρωτόγονου «προοδευτισμού» που θεωρούσε ότι από μόνο του το αδιάκριτο γκρέμισμα και η πολεμική ενάντια σε ορισμένους θρησκευτικούς θεσμούς θα απέβαιναν αυτομάτως προς όφελος των φτωχότερων τάξεων - γιατί έτσι δήθεν επιτυγχάνεται η αφύπνισή τους και παραχωρείται σ’ αυτές ένα μέρος δύναμης και εξουσίας. Τότε καταλάβαμε κι εμείς που ελπίζαμε σε αλλαγές, ότι άλλο είναι τα λόγια στα βιβλία και άλλο η πραγματικότητα. Συνειδητοποιήσαμε ότι όσο στείρος υπήρξε ο συντηρητικός λογιοτατισμός, η απροσάρμοστη προγονοπληξία και η υποκριτική χωρίς κανένα πρακτικό αντίκρισμα «εθνικοφροσύνη», άλλο τόσο άγονος και αντιδιαλεκτικός αποδεικνύεται ο κοντόφθαλμος οικονομισμός, ο ανιστόρητος «εκσυγχρονισμός» και ο ψηφοθηρικός λαϊκισμός, που, αντί να χτίζει δίκαιους νόμους, υπέθαλψε κατά τη «μεταπολίτευση» τις εχθρικές βλέψεις των πολιτών απέναντι στα μοναστήρια. «Από το ένα άκρο στο άλλο! Πότε άραγε θα μπορέσουμε να βρούμε το χρυσό κανόνα του μέτρου σ’ αυτή τη χώρα»; Σκέφτομαι τώρα, καθώς έρχεται στο νου μου ένα περιστατικό, που με ξαναέφερε κοντά στο μοναστήρι μετά από πολλά χρόνια απουσίας μου από το χωριό Σταγιάδες:
Το μοναστήρι Σταγιάδων ήταν από τα πλουσιότερα, έγινε όμως ένα από τα πιο φτωχά. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που του είχε απομείνει για να συντηρείται, ήταν ένα δάσος στο Ρίγκλοβο από το οποίο είχε λίγα έσοδα από τη ξυλοκοπή. Οι κάτοικοι όμως του διπλανού χωριού, την εποχή που προανέφερα, φορώντας κουκούλες (όπως οι διαρρήκτες τραπεζών) λεηλατούσαν το δάσος προς ίδιον όφελος, χωρίς να παρεμποδίζονται από καμιά υπεύθυνη κρατική υπηρεσία. (Επισυνάπτω ορισμένα δημοσιεύματα που έκανα στον τοπικό τύπο χωρίς φυσικά καμιά ανταπόκριση από τους αρμόδιους φορείς. Αυτά βρίσκονται στη διεύθυνση: http://pse.primedu.uoa.gr/users/stajia/Articles.html ). Αυτό που δεν έκαναν οι Τούρκοι επί 400 χρόνια το κάνουμε εμείς με τα ίδια μας τα χέρια, να καταστρέφουμε μόνοι μας την πολιτιστική μας κληρονομιά, δείχνοντας πως για μας η ιστορία δεν σημαίνει τίποτα.
Πάνω από το μοναστήρι, σε τρία χιλιόμετρα περίπου, υπήρχαν τα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας μέχρι το 1912. Εκεί βρίσκονταν τα τελωνεία, που η ονομασία τους σώζεται μέχρι σήμερα. Στην τοποθεσία αυτή είχαν κατασκηνώσει ελληνικά στρατεύματα. Γύρω στο 1910-12 υπηρετούσε ως Λοχίας ο μετέπειτα αντιβασιλέας Κονδύλης. Ένας τσοπάνος από το χωριό Κακοπλεύρι, περίπου 4 χιλιόμετρα από το μοναστήρι, κατά λάθος μπήκαν τα πρόβατά του σε τουρκοκρατούμενη περιοχή. Οι τούρκοι στρατιώτες κατέσχεσαν το κοπάδι με τα πρόβατα και άρχισαν να τα σφάζουν. Το γεγονός αυτό καταγγέλθηκε στον ελληνικό στρατό και ο Κονδύλης αποφάσισε να επέμβει στρατιωτικά για να τους εμποδίσει. Ένας όμως στρατιώτης είπε στον Κονδύλη ότι δεν χρειάζεται να επέμβουν και να σκοτώνονταν άδικα. Πήγε λοιπόν ο στρατιώτης, ο οποίος και μιλούσε την τουρκική γλώσσα και ανήγγειλε στην τούρκικη στρατιωτική πλευρά πως το κοπάδι με τα πρόβατα ανήκουν στο μοναστήρι. Τότε ο στρατιωτικός διοικητής απελευθέρωσε αμέσως τα πρόβατα και είπε ότι ζητάει συγγνώμη από τον Ηγούμενο γι’ αυτή την περιπέτεια. (Πηγή Κωνσταντίνος Σιούτας, κάτοικος Σταγιάδων)

