Ο Παππούς μου

Ο Παππούς μου

Ο παππούς μου τύχαινε να είναι και πατέρας μου, μια και ο φυσικός πατέρας ήταν στα βουνά και στις φυλακές. (Τον γνώρισα για πρώτη φορά όταν ήμουνα δέκα χρονών). Ο παππούς που ήταν παπάς του χωριού μου και του μοναστηριού. Κάθε μήνα ζούσαμε μαζί με τον παππού την τελετουργία του καφέ. Ανάβαμε μαζί το τζάκι, περιμέναμε να γίνουν τα κάρβουνα. Τον καφέ τον ψήναμε με ένα μηχανισμό σαν σούβλα, όπου περίπου στη μέση υπήρχε ένας κύλινδρος με ένα μικρό πορτάκι. Εκεί μέσα βάζαμε κόκκους άψητου καφέ με ρεβίθια ξερά και λίγο κριθάρι και τα ψήναμε  όλα μαζί. Ανοίγαμε κάθε τόσο το πορτάκι και παρατηρούσαμε αν πήραν το κατάλληλο χρώμα.. Όλο το σπίτι πλημμύριζε από τη μυρωδιά του αυτοσχέδιου καφέ, που ακόμα τρέχει μέσα στις φλέβες μου. Μετά ξεκινούσε η δεύτερη φάση, αυτή του αλέσματος. Στην αυλή του μοναστηριού υπήρχε ένα πέτρινο, μεγάλο γουδί με σιδερένιο γουδοχέρι. Σ΄ ένα χάλκινο δοχείο βάζαμε το ψημένους κόκκους και κατόπιν σε μια σήτα, για να κοσκινίσουμε τον καφέ. Το γουδί ήταν δίπλα από ένα πεζούλι στην είσοδο του μοναστηριού, για να είναι προσβάσιμο στους χωριανούς.

Μετά καθόμασταν έξω στο πεζούλι, δίπλα ακριβώς από την κυρία είσοδο του μοναστηριού. Είχε μια καταπληκτική θέα. Ιδιαίτερα τα απογεύματα, όταν ο ήλιος έγερνε προς τη δύση αφήνοντας να απολαύσουμε τις χρυσαφένιες του ανταύγειες, σημάδι πως το πρόσωπο του ουρανού σε λίγο θα σκεπαζόταν με το μαύρο πέπλο της νύχτας και ο φόβος θα παραμόνευε στο σκοτάδι. Όταν πια η έρημη νύχτα απλώνονταν, τα άστρα άρχισαν να τρεμοσβήνουν σαν λαμπυρίθρες,  η μελαγχολική μουσική των γρύλων μας γαλήνευε τη θλίψη και ζυγώναμε όλο και περισσότερο στη μεγαλοσύνη αυτού του κόσμου. Ξαφνικά σωπαίναμε και νιώθαμε τη γοητεία και το φόβο της μοναξιάς και του θανάτου. Μου άρεσε να στοχάζομαι ανάμεσα στα άστρα και να σκέφτομαι πως ίσως σε κάποιο από αυτά να υπήρχε ζωή. Κι η γη μόνη της είναι και ζει τη δική της μοναξιά, ένιωθα, χωρίς αυτό να μπορώ να το αρθρώσω σε σκέψη.

Εκεί με το παππού μου συζητούσαμε κάθε φορά που τελείωνε η τελετουργία του καφέ. Πηγαίναμε μέσα στο εκκλησάκι του μοναστηριού, ανάβαμε ένα κεράκι στην Παναγιά, κάναμε το σταυρό μας και μετά καθόμασταν στο πεζούλι. Μου εξιστορούσε το γενεαλογικό δέντρο και φαίνεται πως αισθάνονταν πολύ τυχερός και υπερήφανος γι’ αυτό, αφήνοντας να εννοηθεί πως έφερε πάνω του ένα βαρύ φορτίο και πάσχιζε να φανεί αντάξιος της πολιτιστικής του κληρονομιάς.

Όλα αυτά προσπαθούσε να τα μεταφέρει και σε μένα. Μου μιλούσε πολλές φορές για τους προπαπούδες μου κι αυτό μ’ άρεσε πάρα πολύ. Αλλά ο παππούς μου δεν το έκανε τυχαία. «Οι προγονοί μας κατάγονται από την Κόνιτσα της Ηπείρου», μου έλεγε. Ήταν μια οικογένεια από πέντε αγόρια και ένα κορίτσι. Ήταν χριστιανός και προύχοντας της περιοχής ο πατέρας τους και προπάππους μας. Στο σπίτι του είχε μια από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες. Ήταν λόγιος και διάβαζε πάρα πολύ.

Ο Μπέης ερωτεύτηκε την κόρη του και ήθελε να την πάρει οπωσδήποτε. Εξάλλου ήταν εξουσία και μπορούσε να το κάνει. Προσπαθούσε να του εξηγήσει του Μπέη ο προπάππους μας πως δεν είναι δυνατόν μια χριστιανή να παντρευτεί ένα Οθωμανό, αλλά αυτός δεν χαμπάριζε. «Θα την πάρω», έλεγε, «θες δε θες». Ο προπάππους μας έδωσε εντολή στα πέντε αγόρια να ετοιμάσουν έξη μουλάρια με έξη φορτία από βιβλία και να βρίσκονταν όλοι στο κατώγι του σπιτιού.

Είπε στα παιδιά ότι θα έκανε μία τελευταία προσπάθεια να πείσει το Μπέη να μην επιμείνει άλλο. Αν όμως δεν τα κατάφερνε να πείσει τον μπέη κατακτητή, θα χτυπούσε συνθηματικά το πάτωμα με την πίπα του 3 φορές προσπαθώντας ν’ αδειάσει το περιεχόμενο της και αυτό θα ήταν το μήνυμα να ανέβουν επάνω, για να εξοντώσουν τον Μπέη και τους συνοδούς του. Έξω από το χωριό θα έπαιρναν έξι διαφορετικές κατευθύνσεις για να μη τους πιάσουν όλους και ξεκληριστεί η οικογένεια. Ένας από αυτούς ήταν ο Στάμος που κατόπιν έγινε παπάς και τον αποκαλούσαν Παπαστάμο, ο οποίος μετά από πολλές μέρες περιπλάνησης βρέθηκε στο χωριό Μπόζοβο Γρεβενών, όπου και εγκαταστάθηκε.

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός μάλιστα είχε σε μεγάλη υπόληψη τον Παπαστάμο, αν κρίνει κανείς από ένα περιστατικό, που μάς μετέφεραν χωριανοί κοντινών περιοχών:  Όταν ο Κοσμάς ο Αιτωλός, λένε, πέρασε από τη Γεωργίτσα, παρακείμενο χωριό του Μποζόβου, μερικοί κάτοικοι από το Μπόζοβο, που παρακολούθησαν το κήρυγμα του Αιτωλού,  τον παρακάλεσαν να περάσει και από το Μπόζοβο. «Δεν χρειάζεται να έρθω.», είπε ο ιερός κήρυκας. «Εκεί έχετε ιερέα τον Παπαστάμο, που είναι ανώτερος από μένα» κι ένα χαμόγελο ικανοποίησης ξεπρόβαλε μέσα από τα χείλη του, που ήταν χαμένα ανάμεσα στο άσπρο μουστάκι του και τα γένια.

«Ο πατέρας μου», έλεγε ο παππούς μου, «ήταν εγγονός του Παπαστάμου κι όταν απελευθερώθηκε το χωριό μας από τους τούρκους, άφησε όλη του την περιουσία στο Μπόζοβο κι ήρθε εδώ στους Σταγιάδες για να ζήσει στη λεύτερη Ελλάδα». «Και (συνέχιζε) «εδώ, σ’  αυτό το μοναστήρι, μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων ο Παύλος Μελάς. Από τον πατέρα μου!».

Τα λόγια του παππού φαίνεται πως δεν ήταν της φαντασίας του. Στο πλαίσιο της αναζήτησης στοιχείων για τη διερεύνηση της ιστορίας του μοναστηριού, βρήκαμε μια επιστολή του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του, γραμμένη στις 27 Αυγούστου το 1904 στο Μοναστήρι, όπου, μεταξύ άλλων, έγραφε ο Παύλος Μελάς:  « Άκούσαμεν τον έσπερινόν πρώτα και κατόπιν μας μετέλαβεν ό γέρων χωρικός ιερεύς της μονής. Ουδέποτε με τόσην κατάνυξιν μετέλαβα.». Όταν το διάβασα αυτό, δάκρυα συγκίνησης κύλισαν απ’ τα μάτια μου και μια λάμψη ξεπήδησε στο βάθος της ύπαρξής μου, εκεί  που φωλιάζουν οι μνήμες με χίλια σχήματα και με χίλιες πτυχές σαν τα χίλια χρόνια ζωής αυτού του μοναστηριού. Μια περηφάνια γεννήθηκε μέσα μου από τους σφυγμούς της ζωής των προγόνων μου, που χορεύουν μέσα στο αίμα της καρδιάς μου στο ρυθμό μιας μουσικής που ζει και πεθαίνει την κάθε στιγμή.

Μου εξιστορούσε ο παππούς πολλά γεγονότα για τον προπάππου μου, από όπου αντλούσα δύναμη μέσα μου για να μπορέσω ν’ ανταποκριθώ στις αξίες που μου κληρονόμησε. Κάποια στιγμή με ρώτησε:

-Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Θα γίνεις παπάς για να συνεχίσεις την παράδοση;

-Δεν ξέρω παππού, ακόμα είμαι πολύ μικρός για να αποφασίσω. Θα μου άρεσε να γίνω δάσκαλος.

-Πάντως αν γίνεις παπάς, να γίνεις παντρεμένος παπάς και όχι ανύπαντρος.

-Τι διαφέρει παππού ο παντρεμένος από τον ανύπαντρο παπά;

Θυμάμαι σαν ήταν χτες. Έβαλε το χέρι του στο κεφάλι μου, με πλησίασε πιο πολύ σαν ήθελε να μου εξηγήσει κάτι. Ο παππούς μου μιλούσε πάντα ευθέως για όλα τα πράγματα.

- Να σου πω παιδί μου, το πιο ευτυχισμένο κομμάτι της ζωής μου ήταν την περίοδο που ήμουνα αρραβωνιασμένος με τη γιαγιά σου. Δεν πρέπει να χάσεις αυτά τα συναισθήματα. Κι ακόμη, αν ήμουνα ανύπαντρος παπάς, δεν θα είχα παιδιά, ούτε εσένα να τα λέμε τώρα. Δεν είναι καλύτερα για σένα που είσαι στη ζωή;

Όταν αργότερα, ως μαθητής Γυμνασίου, ήμουν υπότροφος του Οικοτροφείου της Ιεράς Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών, ΄δεχόμουν σε αντάλλαγμα της φιλοξενίας πιέσεις να πάω να σπουδάσω στη Χάλκη και να γίνω ανύπαντρος παπάς. Δεν υπήρχε για μένα τότε καμιά άλλη επαγγελματική διέξοδος. Αλλά τα λόγια του παππού μου φτερούγιζαν στο μυαλό και στην καρδιά μου, ενισχύοντας την προσωπική μου διαίσθηση. Έλεγα μέσα μου, «προτιμώ να μη γίνω τίποτα, παρά να παραβλέψω τα λόγια του σοφού παππού μου».

Παύλος Μελάς Ο Παππούς μου, η μητέρα μου, η αδερφή μου και στη μέση εγώ

 

Το γουδί

Το γουδί όπως φωτογραφήθηκαν πρόσφατα