Το πεζούλι
Το πεζούλι και το ηλιοβασίλευμα
Το πεζούλι του μοναστηριού δημιουργούσε δυο πέτρινους «καναπέδες» ένθεν και ένθεν της κυρίας εσόδου του μοναστηριού. Σ’ αυτό το πεζούλι κάναμε με τον παππού μου πολλές συζητήσεις. Όταν μεγάλωσα κι είχα φιλοσοφικές ανησυχίες, μου άρεσε να βυθίζομαι σε σκέψεις και στις ρήσεις των μεγάλων φιλοσόφων. Αδυναμία μου ήταν πάντα ο σκοτεινός φιλόσοφος ο Ηράκλειτος. Ήταν τα αστέρια που τρεμόσβυναν σαν τους στοχασμούς μου; Ήταν η αόρατη φλόγα του σκοταδιού μέσα στις σκοτεινές σπηλιές του μυαλού μου - στίγματα από το «πυρ το αείζωον»; Έβλεπα τόσα πράγματα τη νύχτα, που δεν μπορούσα να τα δω τη μέρα. Κι όταν ακόμη μεγάλωσα και περνούσα τις διακοπές μου στο μοναστήρι, αποφεύγαμε να κάνουμε φιλοσοφικές συζητήσεις μέσα στο προαύλιο του μοναστηριού. Στο πεζούλι ζούσαμε στον κόσμο των αισθήσεων και της αμφισβήτησης, αλλά την ώρα που περνούσαμε την κυρία πύλη και μπαίναμε στο προαύλιο του μοναστηριού εκεί ήτανε ένας άλλος κόσμος, ο κόσμος της αυστηρότητας, των τύψεων - όλων αυτών που κουβαλούσες μέσα σου εισερχόμενος -, της ελπίδας, αλλά και της λύτρωσης και της επικοινωνίας με το θείο.
Στη φοιτητική περίοδο της ζωής μου, ορφανεμένος από τη μάνα και με ανύπαρκτο τον πατέρα κάπου στις εξορίες, τα καλοκαίρια και τις διακοπές τα περνούσα στο μοναστήρι, το μόνο καταφύγιο και αποκούμπι που μου είχε απομείνει μέσα στην απίστευτη φτώχια και την ανασφάλεια της μετεμφυλιακής εποχής. Έγινε το μοναστήρι την περίοδο αυτή για μένα και τον αδελφικό μου φίλο Ζήση, το σπίτι μας. Και ο Ηγούμενός του, με το κοσμικό όνομα Γεννάδιος Βαδέλλας, πατέρας μας. Δεν υπήρχαν άλλοι μοναχοί στο μοναστήρι. Έρχονταν για πολύ λίγο καιρό και μετά έφευγαν. Προτιμούσαν τα μοναστήρια που ήταν πιο κοντά στον «πολιτισμό». Αυτό το μοναστήρι ήταν πολύ απομακρυσμένο.
Ένα καλοκαίρι αντάμωσα εκεί τον πατέρα Δωρόθεο. Ήταν μοναχός του Αγίου Όρους και δεν γνωρίζω αν αποβλήθηκε από εκεί ή έφυγε ο ίδιος. Ο π. Δωρόθεος δεν ήταν ένας συνηθισμένος καλόγερος κι ούτε των υπερκόσμιων λογισμών. Συνήθως οι μοναχοί είναι πολύ κλειστοί στον εαυτό τους. Δεν εκδηλώνουν εύκολα τα συναισθήματά τους, είναι απόμακροι. Είχε μια γνήσια ανθρωπιά, αν και δεν έκανε παρέα με ανθρώπους. Όταν καθόμασταν στο πεζούλι και συζητούσαμε και έβλεπε έναν άνθρωπο να πλησιάζει στο μοναστήρι, κλειδωνόταν στο κελί του. Η μόνη συντροφιά του ήταν το κάπνισμα. Κάπνιζε γύρω στα 100 τσιγάρα την ημέρα. Ήταν 45 χρονών. Η μοναξιά ήταν η ίδια η ζωή του.
Ένα βράδυ, την ώρα που το φως με το σκοτάδι έσμιγαν, ξεπρόβαλε μια γυναικεία φιγούρα ξαφνικά στα 20 μέτρα. Βλέπω τον π. Δωρόθεο να τσακίζεται κυριολεκτικά να φεύγει λες κι ερχόταν ο διάβολος. Την άλλη μέρα, στο πεζούλι, τον ρώτησα: γιατί πάτερ Δωρόθεε έφυγες με τέτοιο τρόπο χτες το βράδυ;
-Μα είμαι μοναχός και πρέπει να τηρώ αυστηρά τους ιερούς κανόνες.
Ο π. Δωρόθεος είχε την ιδιότητα του μοναχού που αγωνίζονταν να μείνει ξεχωριστή, αλλά τηρώντας αυστηρά τις αρχές και τις αξίες της μοναχικής ζωής. Κουβαλούσε πάνω του μια λεβεντιά και μου έδινε την εντύπωση ότι είχε μέσα του λυμένα και τακτοποιημένα όλα τα ανθρώπινα προβλήματα.
-Πάτερ Δωρόθεε γιατί καπνίζεις τόσο πολύ, θα πεθάνεις.
-Το ξέρω αλλά δεν με νοιάζει, μπορεί να είναι προτιμότερο.
Μετά από λίγους μήνες πέθανε σε ένα άλλο μοναστήρι από έμφραγμα, 45 χρονών.
Τα λόγια του πήγαιναν κατευθείαν στην καρδιά μου και άλλοτε με μελαγχολούσαν και άλλοτε μου έφερναν χαρά. Δεν μου μιλούσε ποτέ για αγίους και ασκητές, όπως συνηθίζεται πολύ με τους καλόγηρους. Μου έδινε την εντύπωση ότι η ψυχή του ποθούσε τη ζωή και από εκεί αντλούσε τον πόθο της αγάπης χωρίς να προδίδει –τουλάχιστον ενώπιόν μας - τους κανόνες της μοναχικής ζωής. Ζούσε σε ένα δικό του όνειρο.
Ήταν ένα καλοκαιρινό απόγευμα. Δίπλα μας το παγόνι άνοιγε τα πανέμορφα φτερά του και ένα σπουργιτάκι το περιτριγύριζε. Για μια στιγμή το έχανες από τα μάτια σου και νάτο πάλι κοντά στο παγόνι. Παρατηρούσαμε συνεχώς αυτή τη σκηνή και οι δυο μας. Σε μια στιγμή λέω στον π. Δωρόθεο:
-Πάτερ, λες το σπουργίτι να ζηλεύει την ουρά του παγονιού;
-Μάλλον θα το λυπάται που έχει τόσο βάρος στην ουρά του και δεν είναι λεύτερο σαν αυτό να πετάει.
Μετά σώπασε και το βλέμμα του καρφώθηκε απέναντι στην πλαγιά που τη διέσχιζε ένα φιδωτό δρομάκι ανάμεσα σε θεόρατα πεύκα και μες τη σιωπή του ουρανού με τις χρυσαφένιες ανταύγειες ν’ ακούγεται η μουσική μιας φλογέρας ενός τσοπάνου. Το βλέμμα του εναλλάσσονταν από άγριο σε γαλήνιο και ένιωθα ότι μ’ απαγόρευε να του κάνω ερωτήσεις.
Το βλέμμα του εξακολουθούσε να είναι καρφωμένο στην πλαγιά, κυριευμένο από έναν απόμακρο πόθο, μια άφταστη ελπίδα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, λες και αντίκριζε το «μεγάλο αντίπερα» στο πιο μακρινό τέρμα της ζωής. Κατόπιν, το βλέμμα γαλήνεψε, σαν να δέχτηκε τη βουλή της μοίρας του, όπως ένα πουλί μες στο κλουβί, που όταν του ανοίγουν τη πόρτα για να πετάξει, συνειδητοποιεί πως τα φτερά του είναι αδύναμα και πεθαμένα. Γύρισε προς εμένα με ένα βλέμμα εξομολόγησης και ειλικρίνειας, λες και τα μάτια του ήταν παραδομένα σε μια φωτεινή οπτασία. Καθώς βυθίζονταν στα δικά μου μάτια, είπε:
-Αριστοτέλη (ποτέ δεν με αποκαλούσε Τέλη, όπως συνήθιζαν οι άλλοι στο μοναστήρι), ξέρεις τι θα ήθελα τώρα να κάνω κι ας πέθαινα την άλλη στιγμή;
- Τι πάτερ Δωρόθεε;
Μια σιωπή μερικών λεπτών ακολούθησε και κατάλαβα πως ήθελε να μιλήσει για πράγματα που βρίσκονται πέρα από κάθε ελπίδα. Αυτή η στιγμή μας έκανε να μελαγχολήσουμε κι οι δυο.
Βλέπεις, Αριστοτέλη, αυτό το μονοπάτι απέναντι στην πλαγιά;.
Ναι π. Δωρόθεε
Θα ήθελα να είμαι εκεί και να το διασχίζω περπατώντας αγκαλιασμένος με μια γυναίκα.
Για λίγο τα έχασα. «Κι ας πέθαινα την άλλη στιγμή». Είπε, και τελείωσε τη φράση του, που έδωσε αληθινό νόημα στην επιθυμία του, γιατί ο θάνατος δίνει αξία στη ζωή. Με το θάνατο ήθελε να εξαγοράσει ό,τι πράγματι είναι πολύτιμο στη ζωή.
- Πάτερ Δωρόθεε του απάντησα, τι σ’ ανάγκασε τότε να γίνεις μοναχός;
Δεν έγινα με τη θέλησή μου, αλλά με κάνανε. Με έταξε ο πατέρας μου, όταν κινδύνεψε στη θάλασσα και με πήγε στο Άγιο Όρος όταν ήμουνα 12 χρονών. Συνηθίζεται αυτό στην Κεφαλονιά.
Ο π. Δωρόθεος δεν ήταν παρά ένας μουσαφίρης της ζωής. Μετά από καιρό έτυχε να διαβάσω το «Αναφορά στον Γκρέκο» του Ν. Καζαντζάκη. Διάβασα την ίδια ακριβώς ιστορία. Ένας άλλος μοναχός από την Κεφαλονιά, ταγμένος από τον πατέρα του, πήγε στο Άγιο Όρος 12 χρονών. Όταν έγινε 45 χρονών, πήγε σ’ ένα μετόχι στη Χαλκιδική κι όταν αγκάλιασε μια γυναίκα, μετά από ανεπιτυχή πάλη με τον εαυτό του, ήταν η μοναδική στιγμή στη ζωή του που ένιωσε τόσο κοντά το θεό.
