Η Βεργίνα

Ο αιώνιος χρόνος και η  Βεργίνα

Στο προαύλιο του μοναστηριού, εκεί που ήταν το γουδί με το μεγάλο σιδερένιο γουδοχέρι, υπήρχε και μια μεγάλη σιδερένια σφαίρα διαμέτρου 20 περίπου εκατοστών. Υπήρχαν πολλοί μύθοι για τη σιδερένια αυτή σφαίρα. Άλλοι λέγανε πως έπεσε από τον ουρανό και μάλιστα δίπλα από το μοναστήρι, όπου υπήρχε μια μεγάλη οπή που δημιουργήθηκε με το πέσιμό της. Άλλοι πάλι λέγανε ότι παλαιότερα οι άνδρες ήταν πολύ πιο χειροδύναμοι και έκαναν αθλήματα με τη σφαίρα αυτή. Αυτοί οι άνθρωποι σε μια περιοχή κάπου δυο χιλιόμετρα από το Μοναστήρι που ονομάζεται Βεργίνα. Εκεί υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός αρχαίων τάφων, όπου πηγαίναμε και σκάβαμε και βλέπαμε τα κόκαλα πεθαμένων. Μας έκανε εντύπωση το ύψος των σκελετών αυτών. Θα πρέπει να πλησίαζαν τα δυο μέτρα. Οι κνήμες ήταν περίπου μιάμιση φορές πιο μεγάλες από εκείνες ενός συνηθισμένου ψηλού ανθρώπου. Οι χωριανοί, μη γνωρίζοντας την αξία τους, τα έβρισκαν στα χωράφια, τα πετούσαν πιο πέρα και συνέχιζαν το όργωμα. Τα παλιά τα χρόνια όλο και κάποιο αντικείμενο ανακάλυπταν και κανείς δεν ξέρει ποια ήταν η τύχη τους.

Τη Βεργίνα περιγράφει και ο Αντώνης Τασίκας στο βιβλίο του «Οι Ίωνες» (1988):

«Από το χάρτη του Πτολεμαίου σε μια ξυλογραφία του Ουλμ του 1486, η περιοχή Βεργίνα φαίνεται να συμπίπτει με τη βόρεια ορεινή Εστιώτιδα.. (Το όνομα Εστιώτιδα προέρχεται από το ότι, σύμφωνα με το μύθο, η περιοχή αυτή δόθηκε από το Δία στη θεά Εστία). Στη βόρεια Εστιώτιδα ανήκε και η πολιτεία της Οξύνειας, που εκτείνεται στους ανατολικούς πρόποδες του Ποίου όρους και κοντά στον ποταμό Ίωνα – στη σημερινή Μύκανη –.

Σε ένα άλλο λεπτομερέστερο χάρτη του Jonhson, της εποχής του 1600 περίπου, σημειώνεται στη θέση της περιοχής Εστιώτιδας η ύπαρξη της Αρχαίας Βουδείας, που ιδρύθηκε προς τιμή της θεάς Αθηνάς, η οποία έμαθε τους ανθρώπους να καλλιεργούν τη γη. Ο ποταμός που ξεκινά από την περιοχή αυτή λέγεται Βούδειος και καταλήγει στον Ίωνα ποταμό. Αυτή η περιοχή σήμερα ονομάζεται Βεργίνα.» (Τασίκας, 1988).

Από τα αρχαιολογικά ευρήματα που ανακαλύφθηκαν από χωρικούς της περιοχής και ανήκουν από την παλαιολιθική και τη νεολιθική εποχή, μέχρι και την εποχή του Φιλίππου και του Μ. Αλεξάνδρου, φαίνεται πως στη Βεργίνα υπήρξε διϊστορικά ακμαίος πολιτισμός. (Εργαλεία, αντικείμενα από χρυσό, νομίσματα με τη μορφή του Φιλίππου, αγγεία με μυθολογικές αναπαραστάσεις και διάφορα άλλα ευρήματα βρέθηκαν έκαναν κατά καιρούς αισθητή την παρουσία τους στους χωρικούς που όργωναν και θέριζαν στην περιοχή και έπλαθαν μύθους με το δέος που προκαλούν τα απομεινάρια των χαμένων στο παρελθόν προγόνων τους). Το 1969 παραδόθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ένα σπάνιο αγγείο με ανάγλυφες τις παραδόσεις του μύθου της Νιόβης και των Νιοβιδών κατασκευασμένο από μέλανα πηλό. Το αγγείο αναπαριστά τον Απόλλωνα να σημαδεύει και να σκοτώνει τα δώδεκα παιδιά της Νιόβης μετά από παράκληση της θεάς Άρτεμις προσβληθείσας από τη Νιόβη που υπερηφανεύτηκε ότι αυτή είχε 12 παιδιά, 6 αγόρια και 6 κορίτσια, ενώ η Άρτεμις είχε μόνο ένα.

Τα ίχνη της ιστορικής αυτής δραστηριότητας και ακμής μάς οδηγούν στη σκέψη ότι ίσως δεν είναι τυχαίο που στη γύρω περιοχή υπάρχει και το μοναστήρι Σταγιάδων, κτισμένο το 1004, ένα από τα πλουσιότερα μοναστήρια της Ελλάδας μέχρι το 1910, αλλά σήμερα το πιο φτωχό.

Βούδειος ποταμός δεν υπάρχει πια, αλλά μια μικρή ρεματιά, δίπλα σε ένα λόφο που μοιάζει με τεράστιο τύμβο, για τον οποίο οι χωριανοί είχαν να λένε πολλές θαυμαστές ιστορίες. Στην κορυφή αυτού του λόφου υπάρχει ένας τεράστιος ογκόλιθος από πυρόλιθο σε σχήμα σφαίρας – που η παράδοση λέει ότι «έχει πέσει από τον ουρανό». Μέσα σ’ αυτό το λόφο, λένε οι παραδόσεις, υπάρχει ένα εκκλησάκι (ξωκλήσι ίσως του μοναστηριού). Όταν έπεσε η Πόλη, εκείνη την ώρα λειτουργούσε ένας ιερέας και αυτόματα η εκκλησία βυθίστηκε μαζί με τους εκκλησιαζομένους, γι αυτό και μυρίζει συνεχώς θυμίαμα.

Από αυτούς που απομυθοποιούν ορισμένες παραδόσεις, υποστηρίζεται πως ίσως να υπήρχε κάποτε εκεί ένα εκκλησάκι. Eξ άλλου, πάνω από τις αρχαιότητες συνηθιζόταν να χτίζονται εκκλησίες. Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να υπάρχει κάτω από αυτό τον περίεργο λόφο, που η μορφολογία του εδάφους οδηγεί στην ιδέα ότι αυτός δεν είναι φυσικός, αλλά τεχνητός. Άλλοι λένε ότι τα ερείπια μιας εκκλησιάς να σκεπάστηκαν από  κατολισθήσεις που έγιναν στην περιοχή, όπως έγινε και με την περίπτωση του χωριού «Σκιαδάρι», που βρισκόταν πάνω από το Μοναστήρι, οι οποίες ανάγκασαν τους χωριανούς να μετοικήσουν σε κοντινές περιοχές.

Οι ιστορίες παλιών χωρικών λένε πως στην κορυφή αυτού του λόφου υπήρχε μια τρύπα από όπου έβγαινε μυρωδιά θυμιάματος. Οι τσοπάνοι της περιοχής έπαιζαν με τη φλογέρα τους κοντά στην τρύπα κι ακούγονταν αντίλαλοι. Για να λύσουν την περιέργειά τους μερικοί βοσκοί άρχισαν να σκάβουν, οπότε ανακάλυψαν κάτι που έμοιαζε με τρούλο εκκλησίας. Αλλά η παράδοση λέει πως άρχισε να αμέσως να βρέχει καταρρακτωδώς οπότε οι τσοπάνοι αναγκάσθηκαν να φύγουν. Όταν επέστρεψαν την άλλη μέρα, βρήκαν στην κορυφή αυτόν τον πυρόλιθο. Από τότε λέγεται ότι όποιος τολμάει να σκάψει, αμέσως πέφτει καταρρακτώδης βροχή!

Εμένα πάντως μου άρεσε πολύ αυτός ο μύθος και τον πίστευα. Συνήθιζα να ξαπλώνω στο λόφο και η σκέψη μου ήταν μέσα στο εκκλησάκι, σ’ αυτούς που ζουν σε άλλες διαστάσεις του χρόνου. Εγώ, έλεγα μέσα μου, κάθε μέρα γυρνάω με το χρόνο, αλλά αυτοί μέσα δεν γερνούν, αφού όπως αποφάσισε η φαντασία των χωρικών, ο χρόνος σταμάτησε να τρέχει. Ακόμη και αλήθεια να μην ήταν, οι ιστορίες σε έκαναν να νιώθεις ένα δέος για το χθες που παραμένει ζωντανό μέσα στο σήμερα. Άρχισα να προβληματίζομαι με την έννοια του χρόνου και να διακρίνω τις πολλές του οπτικές, μία από τις οποίες φανερωνόταν στα όνειρα. Αυτό όμως που με συγκλόνισε, ήταν ένα όνειρο που είδα μικρός μια βραδιά που γύρισα από τη Βεργίνα. Έβλεπα ένα αεροπλάνο να προσπαθεί ώρες ολόκληρες να μην πέσει. Περνούσε κοντά από το έδαφος και ξαναπάλι έπαιρνε ύψος. Περνούσε πάνω από το κεφάλι μου και εγώ κρυβόμουνα μεσ’ τα κοτέτσια μη με δει και πέσει επάνω μου. Σε μια στιγμή έπεσε στο έδαφος κάνοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο. Ξυπνήσαμε έντρομοι και εγώ και η μάνα μου. Ο θόρυβος προήλθε από ένα πιάτο που το έριξε η γάτα από το τραπέζι. Όλη αυτή η χρονική περίοδος του ονείρου δεν ήταν παρά η στιγμή, που έπεσε το πιάτο. Το πρόβλημα λύθηκε για μένα. Αυτοί μέσα στο εκκλησάκι, μέχρι που να πάρουμε πάλι την Πόλη, θα είναι μια στιγμή, όπως στο όνειρο. Όταν στο πανεπιστήμιο γνώρισα τη θεωρία του Αϊνστάιν, για μένα είχε μία παράξενη οικειότητα. Αυτοί μέσα στο εκκλησίασμα δεν τρέχουν πια στη διάσταση του χρόνου με την ταχύτητα του φωτός, όπως εμείς, μέχρι «να πάρουμε την Πόλη».  Αργότερα κατάλαβα ότι επρόκειτο για ένα συλλογικό ευσεβή πόθο, που σήμερα ηχεί αστείος, δεν παύει όμως να φανερώνει ένα ανικανοποίητο όνειρο των απελευθερωμένων από τους Τούρκους χωρικών, που το μοιράζονταν τον παλιό καιρό, χωρίς να επικοινωνούν μεταξύ τους, οι έλληνες όλων των περιοχών.

Την Πόλη την ήξερα από τη Γιαγιά μου, γιατί ήταν η πατρίδα της. Πρόγονοί της κατάγονταν από την Πόλη και εκείνη, όταν ήταν μικρή, πήγαινε εκεί στους συγγενείς της. Το σόι της το αποκαλούσαν «Αναγνώστες» γιατί ήξεραν γράμματα και αναγίνωσκαν τις Κυριακές στην εκκλησία τα ψαλτήρια. Η συνύπαρξη του χθες μέσα στο σήμερα μου φαίνονταν σαν τις πολλές διαστάσεις στο χώρο και στο χρόνο. Με βοήθησαν αυτά τα βιώματα, το όνειρο και το εκκλησάκι.

Όταν πήγα στο γυμνάσιο, στις εκθέσεις ήμουν πάτος. Πόσο να με βοηθούσαν οι γλωσσικές εμπειρίες από το ψαλτήρι; Η γλώσσα στο χωριό φτωχή, ιδιάζουσα, διαφορετική από εκείνη των ανύπαρκτων βιβλίων στο μονοθέσιο σχολείο μας. Ζούσα σε μια γλωσσική σχιζοφρένεια. Δεν μιλούσαμε τη γλώσσα που μαθαίναμε στο σχολείο και ντρεπόμασταν όταν γράφαμε με αυτή που μιλούσαμε. Όταν έγραφα τη γλώσσα που μιλούσαμε στο χωριό, δεν είχε κανένα ενδιαφέρον, ούτε καμιά λογοτεχνική αξία γι’ αυτούς που τη βαθμολογούσαν. Ακόμα και στο μάθημα των μαθηματικών, ενώ ήμουνα πολύ καλός και έλυνα όλες τις ασκήσεις (μάλιστα στην πρώτη Γυμνασίου μέσα στα 120 παιδιά μόνο εγώ βρήκα τη λύση και των δύο προβλημάτων), δεν πήρα το βαθμό άριστα (που ήταν 20) αλλά μόνο 15 γιατί δεν ήξερα να εκφράσω πώς σκέφτηκα να το λύσω.  Κάθε εβδομάδα που γράφαμε έκθεση, η καθηγήτριά μου συνήθιζε να ζητά από τους μαθητές να διαβάσουν την καλύτερη έκθεση. Μια φορά όμως, προς μεγάλη μου έκπληξη, η καθηγήτρια ανακοίνωσε στην τάξη ότι πρώτη από τις εκθέσεις ήταν η δική μου. Ξαφνιάστηκα.. Το θέμα της έκθεσης ήταν: «Το καλύτερό μου δώρο».

Μερικά πράγματα μου είναι ακόμα ανεξήγητα. Δεν ξέρω – ούτε τότε ήξερα – γιατί έγραψα αυτή την έκθεση. Περιληπτικά η έκθεση έλεγε τα εξής: Όταν η μάνα μου γύριζε στο χωριό από την Καλαμπάκα, μου έφερνε πάντα ένα δώρο. Προτιμούσε να παίρνει λίγο ψωμί από το χωριό, για να τρώει το μεσημέρι και με τα λεφτά που γλύτωνε έπαιρνε ένα μικρό δωράκι. Οι συγχωριανοί της την κορόιδευαν συνεχώς γιατί έτσι όπως με καλομάθαινε, όταν θα μεγάλωνα, θα την πετούσα έξω από το σπίτι. Αυτή τη φορά μου έφερε ένα ρολόι. Το έβαλα στο χέρι μου και έτρεχα παντού και έφτασα στη Βεργίνα. Πήγα στο παρεκκλήσι και ξάπλωσα. Γι αυτούς που ήταν μέσα, τα ρολόγια ήταν σταματημένα, ενώ για μας τους ζωντανούς το ρολόγι έπρεπε να τρέχει κάνοντας τικ-τακ  Έτσι όπως καθόμουνα, έβαλα το χέρι στο αυτί και δεν άκουγα τους κτύπους του ρολογιού. Το άνοιξα και είδα ότι ήταν «κούφιο». (Η καθηγήτρια μου διόρθωσε αυτή τη λέξη και την αντικατέστησε με τη φράση «ήταν άδειο, χωρίς μηχανισμό», όμως για μένα η λέξη κούφιο, είχε τη σημασία της). Τελείωνα με την πρόταση «Τότε, αντί ν’ απογοητευτώ, μια χαρά ξεπήδησε από μέσα μου». Με ρώτησε η καθηγήτρια «Πες μας, γιατί χάρηκες και δεν απογοητεύτηκες»; «Κυρία, δεν θα ήθελα να μετρώ κάτι που δεν υπάρχει» της είπα. Η συμμαθήτριά μου, που πάντα σχεδόν η έκθεσή της έβγαινε πρώτη, γέλασε ειρωνικά παρασύροντας και τους άλλους μαθητές. «Παιδιά, λέει η καθηγήτρια, «μη γελάτε, εμένα πάντως η έκθεση αυτή με έκανε και δάκρυσα». Πολλά χρόνια αργότερα διαβάζοντας Ταγκόρ, βρήκα την απάντηση που αν ήξερα να εκφραστώ θα την έλεγα τότε: «Ο Καιρός είναι ο πλούτος της αλλαγής, μα το ρολόι, που είναι η παρωδία του, το κάνει να είναι μόνο αλλαγή και όχι πλούτος».

Υπάρχουν πολλές δοξασίες για το παρεκκλήσι αυτό στο λοφάκι της Βεργίνας. «Όταν κάποιοι πάνε να σκάψουν εκεί», λένε, «τότε γίνεται κατακλυσμός με αστραπές και τους αναγκάζει να φεύγουν». Ένας από τους χωριανούς μάς έλεγε ότι πήγε να σκάψει, ενώ ο ουρανός ήταν καθαρός. Παρόλα αυτά, μετά από λίγο, άρχισε να βρέχει και αναγκάστηκε να φύγει. ‘Άλλοι που επιχείρησαν να σκάψουν, πέθαναν σε λίγες μέρες. Δεν είναι δύσκολο οι άνθρωποι να δώσουν τη δική τους ερμηνεία στις συμπτώσεις.

Ήταν το 1986, μετά την ανακάλυψη του τάφου του Φιλίππου από τον Ανδρόνικο στη θέση Βεργίνα. Τηλεφωνήθηκα με τον Ανδρόνικο και του εξιστόρησα όλη την παράδοση για το παρεκκλήσι και για τα αρχαία που είχαν βρεθεί. Θα πρέπει να πω μέχρι το 1986 η Βεργίνα δεν είχε χαρτογραφηθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία, τη στιγμή που οι αρχαιοκάπηλοι την ήξεραν και τη λεηλατούσαν κατ’ εξακολούθηση. Κάθε φορά που επισκεπτόμουν τη Βεργίνα, έβρισκα πάντα τα ίχνη παράνομων ανασκαφών. Ο κ. Ανδρόνικος λόγω της αρρώστιας του, είπε ότι δεν μπορεί να έρθει και με σύστησε στον έφορο της αρχαιολογικής υπηρεσίας της Λάρισας, όπου υπάγεται η περιοχή. Έτσι ήταν Μάιος του 1986, όταν δώσαμε ραντεβού στα Τρίκαλα για να οδηγήσω τους ειδικούς αρχαιολόγους στη Βεργίνα. Η μέρα ήταν ανοιξιάτικη με ήλιο που εναλλασσόταν με περιοδικές βροχές. Πάντως όταν βρεθήκαμε κοντά στη Βεργίνα, ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος. Εξιστόρησα στους αρχαιολόγους για τις παραδόσεις του παρεκκλησιού. Στη διαδρομή προς στις παρειές του λόφου οι αρχαιολόγοι έβλεπαν μικρά νεολιθικά και παλαιολιθικά εργαλεία και αντικείμενα που εγώ δεν θα τους έδινα καμιά σημασία. Φτάνοντας όμως κοντά στο λόφο και ανηφορίζοντας, έπιασε μια καταρρακτώδης βροχή συνοδευομένη με αστραπές και βροντές και αναγκαστήκαμε να φύγαμε, καθώς ήμασταν εκτεθειμένοι στο ύψωμα.

Μετά από μία μια διαδρομή περίπου 500 μέτρων, ο ουρανός έγινε πάλι πεντακάθαρος. Αποφασίσαμε να ξαναγυρίσουμε, αλλά μόλις φτάσαμε πάλι στις παρειές άρχισε μια νέα βροχή μεγαλύτερης έντασης από την προηγούμενη. Μας έπιασε όλους ένα ανεξήγητο δέος και αλληλοκοιταχθήκαμε χαμογελώντας, σαν να διαβάζαμε τη σκέψη που μας γεννήθηκε προς στιγμή, αλλά ντρεπόμασταν να την εξωτερικεύσουμε. Ότι δηλαδή, ο θρύλος που συνδέεται με την περιοχή των αρχαιοτήτων άσκησαν μια επιρροή πάνω μας, χωρίς καν να τους πιστεύουμε!  Στα πεντακόσια μέτρα πιο κάτω, ο ουρανός ήταν πάλι ολογάλανος. Μια ηρεμία  κυριάρχησε στη γύρω φύση και το ανάλαφρο ανοιξιάτικο αεράκι μας έφερνε τη μουσική του φλύαρου ρυακιού που περνούσε δίπλα στο παρεκκλήσι. Εμείς δρασκελούσαμε τα γελούμενα ρυάκια ανάμεσα στα πανάρχαια δέντρα με τα λουλούδια να ξεθυμαίνουν το άρωμά τους ευγνωμονώντας τη βροχή για τη ζωή που τα παρέχει. Γυρίζοντας πίσω, αγναντέψαμε για τελευταία φορά το λόφο, ενώ ανάμεσα στα βουνά και τα λαγκάδια ξεπρόβαλε το μοναστήρι πάνω σε μια χρυσαφένια ανταύγεια του ήλιου που έγερνε προς τη δύση.

Με το συμβάν αυτό το παιδί μέσα μου ήρθε σε σύγκρουση με τον ενήλικα επιστήμονα. Αυτό το γεγονός να ήταν άραγε μόνο σύμπτωση; Μα τέτοια σύμπτωση; Γιατί κανένας μας δεν ήθελε να επιχειρήσουμε για τρίτη φορά να βρεθούμε στο λόφο; Δεν θέλαμε να διαψεύσουμε το μύθο άραγε; Ποια είναι τα όρια μεταξύ γνώσης και μύθου; Η σκέψη μου συμβιβάστηκε με τα λόγια του αγαπημένου μου Ηράκλειτου:

«Συλλάψιες όλα ουχ όλα,

Συμφερόμενον διαφερόμενον,

Συνάδον διάδον,

Εκ πάντων εν

Και εξ ενός πάντα.»

Δηλαδή:

«Συναρμογές όλα και ουχ όλα,

Εκείνα που συγκλίνουν κι εκείνα που απομακρύνονται.

Εκείνα που συμφωνούν κι εκείνα που διαφωνούν.

Από τα πάντα το ένα

Κι από το ένα τα πάντα.»

Εκείνα που «συμφωνούν κι εκείνα που διαφωνούν», σαν το μονοπάτι που είναι ανήφορος και κατήφορος, αλλά το μονοπάτι είναι ένα. Το παιδί μέσα μου χρειάστηκε να συνυπάρξει με τον ενήλικα, σαν μια μουσική αρμονία της καρδιάς και του μυαλού, του μύθου (που είναι παιδί της ακοής και της αφήγησης) και της πραγματικότητας, όπως την ερμηνεύει η λογική και η επιστήμη..

Η Βεργίνα και ο λόφος Η σιδερένια σφαίρα

Η σιδερένια σφαίρα όπως φωτογραφήθηκε πρόσφατα