Ο Ηγούμενος π. Γεννάδιος Βαδέλλας

Ο Ηγούμενος της Μονής π. Γεννάδιος Βαδέλλας

Την περίοδο του Β’  παγκοσμίου πολέμου Ηγούμενος του Μοναστηριού ήταν  ένας ιερωμένος μοναχός ο π. Μόδεστος. Όλοι στο χωριό μιλούσαν για τον π. Μόδεστο. Η μάνα μου τον είχε σαν παράδειγμα. Ο π. Μόδεστος κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής πήγαινε σε όλα τα γύρω χωριά και κήρυττε το λόγο του θεού. Όμως τα χρόνια περάσανε και ήρθε ο εμφύλιος και ο κόσμος διαιρέθηκε στα δύο. Αν δεν ήσουνα στη μία πλευρά, αμέσως σε κατέτασσαν στην άλλη. Ο π. Μόδεστος ως γνήσιος εκπρόσωπος της χριστιανικής ιεροσύνης ήταν αντίθετος με αυτούς που κήρυτταν ότι η θρησκεία ήταν το όπιο του λαού και έπρεπε να αφανιστεί. Επειδή πάνω του κουβαλούσε μια λεβεντιά και αξιοπρέπεια το έλεγε η ψυχή του και πήγαινε στα χωριά και από τον άμβωνα της εκκλησίας το διακήρυττε.

Ο τότε μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών διεμήνυσε στους κληρικούς των μοναστηριών να κατέβουν στα Τρίκαλα γιατί κινδυνεύουν. Ο π. Μόδεστος αρνήθηκε ν’  αφήσει το ποίμνιό του. Σε ένα κήρυγμά του τόνισε πως αν εγκαταλείψουμε το ποίμνιό μας, ποιος θα θάβει τους νεκρούς, ποιος θα εξομολογεί και θα μεταλαβαίνει τον κόσμο; Μια Κυριακή πρωί πήγε στο ναό για τη θεία λειτουργία και είδε συνθήματα γραμμένα πάνω στις αγιογραφίες και εξοργίστηκε κι έβγαλε ένα πύρινο λόγο κάνοντας τον κόσμο να δακρύσει.

Προφανώς συνελήφθη και ο π. Μόδεστος είχε ένα οδυνηρό τέλος. Βασανίστηκε, εξευτελίστηκε αφού τον ξεγύμνωσαν με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο και τελικά θανατώθηκε βάναυσα.

Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου το μοναστήρι είχε καταληφθεί από τον ΕΛΑΣ και είχε γίνει κέντρο παραγωγής ρουχισμού για τις ανάγκες των οπλιτών του. Μετά τον εμφύλιο υπήρχε ένας μοναχός, ο π. Μελέτης. Ο π. Μελέτης δεν επικοινωνούσε πολύ με το περιβάλλον και εμείς, μικρά παιδιά τότε, πηγαίναμε και τον κοροϊδεύαμε θεωρώντας ότι αυτό είναι ένα παιγνίδι. Ήταν πολύ διασκεδαστικό για μας να τον εκνευρίζουμε κι εκείνος να μας πετάει πέτρες ή να μας

κυνηγάει. Το 1955 ο τότε Μητροπολίτης και Σταγών Δωρόθεος χειροτόνησε ως ηγούμενο τον π. Γεννάδιο Βαδέλλα. Θυμάμαι ότι όλο το χωριό πήγε στην τελετή της χειροτονίας ελπίζοντας ότι αυτό το μοναστήρι θα αρχίσει πάλι να λειτουργεί. Το μοναστήρι ήταν στα μαύρα του τα χάλια. Πριν από ένα χρόνο είχε καεί το ¼ περίπου του μοναστηριού από μια αβλεψία του π. Μελέτη και μάλιστα στο σημείο όπου υπήρχαν τα ιερά κειμήλια. Ήταν νύχτα όταν έπιασε φωτιά και οι χωριανοί μικροί-μεγάλοι μεταφέραμε νερό από μια βρύση που απείχε περίπου 1500 μέτρα μακριά από το μοναστήρι. Όταν ξημέρωσε, ο παππούς μου με πήρε από το χέρι και τραβήξαμε προς το μοναστήρι. Δεν έβγαλε λέξη στο δρόμο και ήταν βυθισμένος σε σκέψεις. Ήταν ένα πρωινό καταγάλανο, αλλά μια μελαγχολική σιωπή κυριαρχούσε παντού.  Όταν αντικρίσαμε την καμένη πλευρά του μοναστηριού δάκρυα τρέξανε από τα μάτια του παππού μου. Φαίνεται ότι ήταν η οδύνη και η θλίψη στη θέα ενός μοναστηριού 950 χρονών που ερειπώνεται και στη σκέψη ότι οι τελευταίες ιστορικές μαρτυρίες του, όπως είναι τα ιερά κειμήλια είχαν χαθεί.

Αναφέρεται ότι πολλά ιερά κειμήλια του μοναστηριού μεταφέρθηκαν στη Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων για περισσότερη ασφάλεια. Αυτά όμως παραδόθηκαν χωρίς πρωτόκολλα παραλαβής κι έτσι δεν μπορεί πια το μοναστήρι Σταγιάδων να τα διεκδικήσει.

Ο καινούργιος Ηγούμενος του μοναστηριού, π. Γεννάδιος, ανέλαβε την υποχρέωση να δώσει ξανά ζωή στο μοναστήρι. Και τα κατάφερε. Ήταν μια πολύ έντονη προσωπικότητα ο π. Γεννάδιος κι είναι για μένα πολύ δύσκολο να τον σκιαγραφήσω με λόγια, γιατί θεωρώ ότι θα τον αδικήσω, παρόλο που έζησα για πολλά χρόνια σαν να ήμουν ένα από τα δύο παιδιά του. Ο δεύτερος γιος ήταν ο Ζήσης, που κατάγονταν από το διπλανό χωριό Αγναντιά.

Με το Ζήση είχαμε γνωριστεί στο οικοτροφείο της Ιεράς Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών. Ο Ζήσης προηγούνταν ένα χρόνο στις τάξεις του τότε εξαταξίου Γυμνασίου. Είχαμε πολλά κοινά. Έπρεπε να σπουδάσουμε οπωσδήποτε, κόντρα σε όλα τα εμπόδια. Ήταν η προσδοκία της μάνας για μένα και για κείνον η προσδοκία του πατέρα του. Ο πατέρα

ς του Ζήση πέθανε όταν ο ίδιος ήταν στην 3η τάξη Γυμνασίου, οπότε αναγκαστικά έπρεπε να εγκαταλείψει τις σπουδές του και να επιστρέψει στο χωριό του. Μέσα σ’  αυτή την απελπισία του πήγε στον τότε Μητροπολίτη κ. Δωρόθεο και του ζήτησε να τον πάρει οικότροφο στο οικοτροφείο της Μητρόπολης. Την περίοδο εκείνη το χωριό του Ζήση είχε διαφορές με την Μητρόπολη και αιτία ήταν ένα δάσος του Μοναστηριού, που το διεκδικούσε η κοινότητα του χωριού.  Τότε λοιπόν διημείφθη η εξής στιχομυθία:

- Από πού είσαι παιδί μου;

- Από την Αγναντιά, Σεβασμιότατε.

- Α’ από το χωριό που διεκδικεί την περιουσία του Μοναστηριού. Θα σε κάνω δεκτό μόνο αν πάψει το χωριό να έχει διεκδικήσεις από το μοναστήρι.

-Στο άκουσμα αυτού του όρου, είδε τη γη να χάνεται από τα πόδια του και κατέρρευσε χάνοντας τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, άκουσε μια φωνή να λέει

- Εντάξει παιδί μου θα σε πάρω.

Το ίδιο σχεδόν συνέβη και σε μένα. Όταν πέθανε η μάνα μου, ήταν αδύνατο κι εγώ να σπουδάσω γιατί φρόντιζε να μου στέλνει κάθε βδομάδα ένα τροβά (σακίδιο) με ψωμί, λίγο τυρί και όσπρια με τα οποία συντηρούμουν στη ζωή. Μάλιστα στη τετάρτη τάξη του εξαταξίου Γυμνασίου μη μπορώντας η μητέρα μου να μου στείλει τον τροβά με τα λιγοστά τρόφιμα, μου έστειλε μια κατσίκα για να ζω με το γάλα της. Τη βόσκαγα το απόγευμα που ήμουνα ελεύθερος από το σχολείο παίρνοντας μαζί μου και τα βιβλία για να μελετήσω τα μαθήματά μου. Στη γειτονιά μια οικογένεια με το όνομα Πόχου συγκινήθηκε πολύ από το πείσμα μου να συνεχίζω τις σπουδές μου με αυτές τις άθλιες συνθήκες, εκτός του ότι μου έδιναν φαγητό που και που, ανέλαβαν να πληρώνουν το αντίστοιχο ποσό που χρειάζονταν για να παίρνει και τη δικιά μου κατσίκα ο βοσκός που περισυνέλλεγε όλες τις κατσίκες της γειτονιάς.

Ένα βράδυ όμως ο βοσκός μου ανακοίνωσε πως η κατσίκα μου χάθηκε μέσα στο δάσος κάτω από τα Μετέωρα. Μια απελπισία κυρίευσε όλο το είναι μου κι έτρεξα αμέσως στο εικόνισμα της Παναγιάς που πάντα είχα μαζί μου. Ήταν ένα ξύλινο  εικόνισμα το οποίο θα πρέπει να ήταν τουλάχιστο 100 χρονών. Η μάνα μου είπε ότι ήταν από τον προπάππου μας  που είχε έρθει από τη Κόνιτσα, τον Παπαστάμο. Έπεσα στα γόνατά μου και άρχισα να προσεύχομαι. Παναγιά μου, έλεγα, βοήθησε να βρω την κατσίκα μου.

Σιγοψιχάλιζε εκείνο το βραδινό σούρουπο και σε ελάχιστο χρόνο  βρέθηκα μέσα στο δάσος. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας που όλο και πύκνωνε ακουγόταν ο αντίλαλος της φωνής μου από τα βράχια των Μετεώρων. «Μαριάνααα!!» (αυτό ήταν το όνομα της κατσίκας μου). Περιπλανιόμουν ώρες ολόκληρες μέσα στο αφέγγαρο και βροχερό αυτό σκοτάδι με συντροφιά τον αντίλαλο της φωνής μου από τους βράχους των Μετεώρων, φωνάζοντας συνέχεια το όνομά της κρατώντας βαθιά στην καρδιά μου την ελπίδα ότι η Παναγιά θα με βοηθήσει Μετά από μιάμισυ ώρα περίπου, άκουσα από μακριά ένα μπέεεε. Τότε ο αντίλαλος της φωνής μου έγινε τραγούδι. Μέσα μου κύματα φόβου και ελπίδας ξέσπασαν, δάκρυα και σταγόνες της βροχής έσμιξαν και οι χορδές της καρδιάς μου έπαιζαν στους  ρυθμούς της χαράς και του πόνου. Ο αντίλαλος της «Μαριάνας» και του «μπέεε» όλο και έσμιγαν πιο πολύ, όλο και σίμωναν και ο αέρας τις έκανε μελωδίες. Ανταμώσαμε σε ένα ρέμα αγκαλιές, φιλιά, δάκρυα που έγιναν  και αυτά σταγόνες της βροχής, το ξεχείλισμα της θλίψης που μαζί με το τραγούδι του ρεματιού έγιναν αγάπη, πόνος, χαρά κι όλα μαζί έκαναν τη ζωή γλυκιά πέρα απ’ το θάνατο. Συγκινούμαι πάντα καθώς σκέφτομαι αυτή τη σκηνή και παρ’ όλες τις δυσκολίες της ζωής, θυμάμαι με νοσταλγία αυτό το ζώο που είχε τόση εμπιστοσύνη σε μένα και εγώ του όφειλα τόσα πολλά.

Η μάνα μου από πολύ μικρή ηλικία φρόντιζε να με συντροφεύει πάντα ένα ζωάκι. Το πρώτο μου ζωάκι ήταν μια κότα που μόλις την πλησίαζα χαμήλωνε για να τη χαϊδεύω. Η οικογένειά μας είχε μερικές κατσίκες και πρόβατα τα οποία τα νοίκιαζαν σε βοσκούς. Κάθε άνοιξη πήγαινε στο κοπάδι, διάλεγε ένα αρνάκι ή κατσικάκι και μου το έφερνε. Θυμάμαι που μου έλεγε: αυτό είναι το δώρο μου για σένα. Είναι δικό σου, γι αυτό πρέπει να το φροντίζεις, γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για τη ζωή του. Μανάρια τα αποκαλούσαν αυτά τα ζωάκια. Ανέπτυσσες θαυμάσια σχέση μαζί τους. Κολακευόσουνα από το γεγονός ότι ήθελαν να είναι πάντα κοντά σου. Σου είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη και όταν τα άφηνες για λίγο βέλαζαν, γιατί σε ήθελαν κοντά τους. Με τη σχέση αυτή αναπτυσσόταν μια τρυφερότητα με τον κόσμο που ζούσαμε και καλλιεργούνταν μέσα μου η υποχρέωση να προστατεύω το ανυπεράσπιστο πλάσμα. «Υπάρχεις όταν αγαπάς τον κόσμο που ζεις» ένιωθα και δεν θα μάθω ποτέ πώς το ήξερε αυτό η μάνα μου.

Την άλλη χρονιά, τέρμα οι τροβάδες και οι κατσίκες και έτσι η τελευταία ελπίδα μου ήταν να γίνω δεκτός στο οικοτροφείο της Μητρόπολης. Πήγα κι εγώ στη μητρόπολη και ζήτησα να γίνω δεκτός από τον τότε Μητροπολίτη κ. Διονύσιο, ο οποίος αντικατέστησε τον κ. Δωρόθεο. Θυμάμαι όλη τη στιχομυθία λες και ήταν χτες.

-Σεβασμιότατε, πρέπει να σπουδάσω οπωσδήποτε. Αυτή είναι η κληρονομιά του Παππού μου και της μάνας μου.

Καλά κάθισε παιδί μου στο διάδρομο  και περίμενε. Βέβαια εγώ είχα και το μεγάλο πρόβλημα ότι ήμουνα γιος αριστερού πατέρα κι αυτό σήμαινε αποπαίδι της κοινωνίας. Βγήκα στο διάδρομο κι άρχισα να προσεύχομαι στην Παναγιά. Μεταφέρθηκα νοερά στο εκκλησάκι του μοναστηριού και θυμόμουνα τη στιγμή που μετά την παράκληση προς την Παναγιά έπαψα να ψευδίζω. Παναγιά μου, έλεγα, όπως τότε με βοήθησες κι έπαψα να ψευδίζω, δώσε φώτιση στο Δεσπότη να με κάνει δεκτό στο οικοτροφείο.

- Σε μια στιγμή έρχεται κάποιο καλογεράκι και μου λέει ότι ο Δεσπότης δεν βρίσκει στο τηλέφωνο τώρα το Διευθυντή του οικοτροφείου και γι αυτό λέει να έρθεις αύριο.

Την άλλη μέρα δεν πήγα στο σχολείο και βρέθηκα στη Μητρόπολη και ζήτησα να δω τον Μητροπολίτη.

Παιδί μου ο Μητροπολίτης έφυγε για την Αθήνα για να συμμετάσχει στην Ιερά Σύνοδο. Θα λείψει ένα μήνα.

Όταν το πληροφορήθηκα αυτό άρχισα να κλαίω χωρίς σταματημό. Παναγιά μου είπα  γιατί μ’ εγκατέλειψες. Με το πολύ κλάμα φαίνεται πως κάποιοι από το γραφείο ευαισθητοποιήθηκαν και με παρηγορούσαν ότι ο θεός δεν αφήνει κανένα να χαθεί και κάτι άλλο θα έβρισκα να κάνω στη ζωή μου.

Υπήρξε μια αναστάτωση στο γραφείο και βγήκε από το γραφείο ένας που θα πρέπει να είχε κάποιο αξίωμα και ζήτησε να περάσω στο γραφείο του. Όλη την ώρα  που ήμουνα στο γραφείο οι λυγμοί δεν μπορούσαν να σταματήσουν και ένας απέραντος πόνος με είχε κυριεύσει μαζί με μια οργή. Πώς είναι δυνατόν ο Δεσπότης να λέει ψέματα και να με κοροϊδέψει.

  • Άκου παιδί μου, καταρχήν εσύ δεν είσαι ορφανός από πατέρα, δεύτερον ο πατέρας σου είναι κομμουνιστής δηλ. άθρησκος και τρίτον το οικοτροφείο είναι πλήρες. Μη κλαις, κάτι θα βρεις να κάνεις στη ζωή σου.
  • Πάτερ πότε θα επιστρέψει ο Σεβασμιότατος;
  • Ακριβώς σε 20 μέρες.

Κατόρθωσα αυτές τις μέρες να επιβιώσω ξοδεύοντας μια εβδομάδα στο νοσοκομείο όπου είχα μεταφερθεί από πείνα. Κάθε μέρα επισκεπτόμουν τη Μητρόπολη ρωτώντας αν ήρθε ο Δεσπότης. Την εικοστή μέρα πράγματι ήρθε και με δέχτηκε.

Συνήθως ήμουνα πολύ δειλό παιδί, αλλά εκεί βρήκα κουράγιο από την Παναγιά του Μοναστηριού, που ένιωθα ότι με προστάτευε.

  • -Σεβασμιότατε, είμαι το παιδί που είχα έρθει πριν από είκοσι μέρες και μου είπατε να έρθω την επόμενη, ενώ εσείς ξέρατε ότι θα φεύγατε. Εγώ αυτές τις μέρες παρά λίγο να πεθάνω από την πείνα.
  • - Παιδί μου είναι αδύνατο να σε κάνω δεκτό, γιατί δεν υπάρχει άλλο κρεβάτι
  • - Μπορείτε να αγοράσετε ένα κρεβάτι σεβασμιότατε!
  • -Δυστυχώς παιδί μου δεν είναι δυνατόν να γίνεις δεκτός

Τότε με έπιασαν πάλι οι λυγμοί σωριάστηκα κάτω στη γωνία του γραφείου και σπαράζοντας από απόγνωση, είπα στο Δεσπότη:

  • - Ή με κάνετε δεκτό στο οικοτροφείο ή φωνάξτε την αστυνομία να με βγάλει από δω. Εγώ δε φεύγω, θέλω να σπουδάσω.

Με κοίταξε καλά, φαίνεται ότι συγκινήθηκε από τη στάση μου αυτή  (απ’ ότι έμαθα μετά και ο ίδιος ήταν πολύ φτωχό παιδί και σπούδασε στη Χάλκη της Πόλης).

Πήγε στο γραφείο του, πήρε το ακουστικό του τηλεφώνου το έβαλε στο αυτί του, πήρε έναν αριθμό και είπε.

  • -Τον κ. Τύμπα παρακαλώ.
  • - Κ. Διευθυντά, να αγοράσετε τώρα ένα κρεβάτι και να το βάλετε στην ιματιοθήκη. Σας στέλνω ένα καινούργιο οικότροφο.

Στο δρόμο ήμουν το πιο ευτυχισμένο άτομο και μονολογούσα, Παναγία μου σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες για ακόμη μια φορά.