Ο Μπαρμπαμανώλης

Ο Μπαρμπαμανώλης

Ο Μπαρμπαμανώλης ήταν ο ένας και μοναδικός υπάλληλος του Μοναστηριού την περίοδο της ηγουμενίας του π. Γενναδίου. Ο Μπαρμαμανώλης καταγόταν από το χωριό Σταγιάδες. Στο μοναστήρι επικρατούσε πάντα άκρα ησυχία που μερικές φορές διακόπτονταν από ένα μακρινό γαύγισμα ενός σκύλου ή από τα κελάηδισμα των πουλιών. Ξαφνικά μερικές φορές ακούγαμε το Μπαρμπαμανώλη να συζητά και αναρωτιόμασταν ποιος μας επισκέφτηκε. Ο π. Γεννάδιος μας έλεγε ο  Μπαρμαμανώλης είναι και μιλάει στο γάιδαρό του.

Ο γάιδαρός του ήταν το μεταφορικό μέσο του μοναστηριού. Συνήθως, όταν ο Ηγούμενος πήγαινε στην Μητρόπολη ή στην Καλαμπάκα για να ψωνίσει, μετέφερε τον Ηγούμενο το καλοκαίρι σε μια απόσταση 2 περίπου χιλιομέτρων στη θέση εικόνισμα ή το χειμώνα στο χωριό Οξύνεια, που απείχε μιάμιση περίπου ώρα περπάτημα. Από εκεί έπαιρνε ένα παμπάλαιο λεωφορείο σαν αυτά που βλέπουμε τώρα στην Ινδία και στο Μπαγκλαντές ή οποιασδήποτε άλλες μεταφορές χρειαζόταν.

Σε μας ο Μπαρμπαμανώλης ήταν πολύ φειδωλός στην κουβέντα του και με το ζόρι προσπαθούσαμε να του βγάλουμε μια λέξη. Μόνο στο γάιδαρό του ήταν φλύαρος. Εμένα και το Ζήση μας αγαπούσε πολύ ο Μπαρμπαμανώλης, αλλά ουδέποτε το έδειχνε. Όταν ο γάιδαρός του αρρώστησε, ήταν συνέχεια κοντά του. Επιστρέφοντας μάλιστα μια στιγμή από το χωριό ακούσαμε με το Ζήση μοιρολόγια που έβγαιναν από το χώρο όπου ήταν η κατοικία του γαϊδάρου. Την ώρα που τρώγαμε ο Ζήσης ειρωνεύτηκε το Μπαρμπαμανώλη που έκλαιγε για ένα γάιδαρο. Ο Μπαρμπαμανώλης είπε δυο λόγια μόνο: «Πού ξέρετε εσείς από πόνο». Ένα παραπέτασμα υψώνονταν ανάμεσα σε μας και Μπαρμπαμανώλη. Δυο διαφορετικοί κόσμοι.

Με το τσιγκέλι βγάζαμε τις λέξεις από το στόμα του Μπαρμπαμανώλη. Είχε την τάση να θεωρεί ότι η ιστορία της ζωής του είναι κάτι που δεν αφορά τους άλλους. Το ένα τρίτον της ζωής του και παραπάνω ο Μπαρμπαμανώλης το πέρασε σε πολέμους. Ήταν το 1909 όταν ο τότε Βασιλιάς Κωνσταντίνος ευρισκόμενος σε διένεξη με τον Ε. Βενιζέλο κατασκήνωσε στο μοναστήρι Σταγιάδων. Όταν ο Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε ότι οι αντίπαλοι ήξεραν πού βρίσκεται

και ότι γαλλομαροκινό στράτευμα κατευθυνόταν στο μοναστήρι, αναχώρησε για τη Γερμανία μέσω Σερβίας ακολουθούμενος και από δέκα κατοίκους του χωριού μεταξύ των οποίων και ο  Μπαρμπαμανώλης.

Γιατί Μπαρμπαμανώλη δεν μας λες τίποτα για το ταξίδι σου στη Γερμανία. Είναι αλήθεια ότι πήγες εκεί με το Βασιλιά;

Ναι, αληθεύει,

Να σας πω εγώ λέει ο π. Γεννάδιος. Μόλις έφτασε στη Γερμανία ήταν ανεπιθύμητος, γιατί αυτός και η παρέα του θεωρήθηκαν πράκτορες των αντιπάλων. Έτσι φύγανε και φτάσανε στην Κρήτη και από εκεί πήγαν στη Μικρά Ασία φτάνοντας μάλιστα μέχρι την Άγκυρα.

Τι να έκρυβε άραγε ο Μπαρμπαμανώλης στα κατάβαθα της  ψυχής του; Ίσως αυτό να κρατάει ξύπνια την ύπαρξή του. Όλο αυτό το βάρος το σήκωνε μόνος πάνω στους ώμους του. Δεν χρειάζονταν βοήθεια. Η σιωπή μέσα στην καρδιά του ήταν το πέπλο που σκέπαζε τις πληγές του. Το βλέμμα του ήταν πάντοτε σαν να ατένιζε το τίποτα, σ’ ένα δρόμο ερημωμένο από ανθρώπινες αξίες.

Μόλις βράδιαζε μαζευόμασταν στο εκκλησάκι εγώ, ο Ζήσης, ο Μπαρμπαμανώλης και ο π. Γεννάδιος. Δεν χτυπούσαμε σήμαντρα και καμπάνες, εκτός και αν ήταν μεγάλοι εσπερινοί. Ο Ζήσης ως καλύτερος ψάλτης καθόταν στο δεξί ψαλτήρι κι εγώ στο αριστερό. Ο π. Γεννάδιος υποκαθιστούσε τον ιερέα (ο π. Γεννάδιος δεν ήταν ιερωμένος, διότι θεωρούσε ανάξιο τον εαυτό του να κατέχει αυτή τη θέση, ήταν απλά ένας μοναχός). Ο Μπαρμπαμανώλης ήταν το εκκλησίασμα. Καθόταν δίπλα μου και πολλές φορές αλληλοκοιταζόμασταν κάτω από το φως των κανδηλιών που τρεμοσβήνανε και με το βλέμμα μας γκρεμίζαμε τα σύνορα που υπάρχουν ανάμεσα στα νιάτα και τα γηρατειά με ένα χαμόγελο.

Οι όρθροι ποτέ δεν μου δημιουργούσαν κατάνυξη, αλλά οι αναμνήσεις από τους εσπερινούς ακόμα αγγίζουν τις χορδές της καρδιάς μου με μια ουράνια μουσική. Δεν ξέρω γιατί. Ήταν το πέπλο της νύχτας σαν το συμπλήρωμα της μέρας, όπως ο θάνατος που είναι το τελευταίο συμπλήρωμα της ζωής; Ένιωθα ότι ο εσπερινός έφραζε τις θύρες που οδηγούν στις αισθήσεις μας  και στις πλανερές φαντασίες. Στον εσπερινό έβλεπες τη

μέρα σαν λουλούδι να μαραίνεται και να συνειδητοποιείς ότι τίποτε δεν κρατά για πάντα και, αντί να θρηνείς, να το σκέπτεσαι και να χαίρεσαι. Τα πρωϊνά, αντίθετα, με γέμιζαν με πόθους, με επιθυμίες, προσδοκίες. Το γλυκοχάραμα απλώνει με σπατάλη το φως στα πρόσωπα όλων μας και σου δίνει φτερά για να πετάξεις σε ένα κόσμο αισθησιακό και σου κάνει γλυκιά τη ζωή πέρα απ’ το θάνατο. Αυτό ο π. Γεννάδιος το σεβόταν και ουδέποτε με πίεσε να συμμετέχω σε όρθρο. Μόνο τις Κυριακές και στις μεγάλες γιορτές πήγαινα, αλλά πάντα μετά την τρίτη καμπάνα.

Ήταν ένα θαυμάσιο καλοκαιρινό απόγευμα του 1960 και εγώ μαθητής της έβδομης προς την όγδοη τάξη του τότε Γυμνασίου και οικότροφος του Ορφανοτροφείου της Μητρόπολης Τρίκκης και Σταγών. Ήμασταν πολύ χαρούμενοι, γιατί ο Ζήσης πέτυχε στη Φιλοσοφική Σχολή του Παν/μίου Θεσσαλονίκης και απολαμβάναμε στο γνωστό πεζούλι αυτή τη μεγάλη επιτυχία. Ο Ζήσης ήταν ο πρώτος από το χωριό του στη μεταπολεμική περίοδο που έμπαινε σε Πανεπιστήμιο. Στο χωριό του μάλιστα χτύπησε και η καμπάνα του χωριού του ως ένα από τα χαρμόσυνα γεγονότα. Σε μια στιγμή ξεπροβάλλει από την πύλη του Μοναστηριού ο Μπαρμπαμανώλης και μας ανακοινώνει να ετοιμαστούμε για τον Εσπερινό. Σε λίγο ακούστηκε και το σήμαντρο, σημάδι πως αυτός ο Εσπερινός δεν θα ήταν σας τους άλλους, αλλά θα είχε μια επισημότητα μιας και ο Άγιος που θα τιμούσαμε ήταν από τους πιο αγαπημένους του π. Γενναδίου.

Εκείνο το βράδυ φιλοξενούσαμε και έναν καλόγερο από τα Μετέωρα, ο οποίος είχε πολύ καλή φωνή κι όταν έψελνε δημιουργούσε ένα κατανυκτικό κλίμα. Στις περιπτώσεις αυτές εγώ κι ο Μπαρμπαμανώλης καθόμασταν σε διπλανά στασίδια, ο καλόγερος έκανε το δεξιό ψάλτη και ο Ζήσης τον αριστερό. Μόλις τελειώσαμε τον εσπερινό, επήγαμε για φαγητό στην καμάρα. Το φαγητό ήταν μια τελετουργία που πάντα περιλάμβανε και κρασί από αυτό που φτιάχναμε στο μοναστήρι. Μάλιστα το βάζαμε σε ένα ειδικό χώρο, όπου υπήρχε μια βρύση που έτρεχε συνεχώς και ένα ορθογώνιο πλαίσιο γεμάτο με άμμο θαλάσσης στην οποία βυθίζαμε τα μπουκάλια με το κρασί ανάποδα, με το λαιμό προς τα κάτω. Ο π. Γεννάδιος έλεγε πως το κρασί είναι κάτι ζωντανό και χρειαζόταν φυσικό ήχο για να έχει συντροφιά και να γίνει καλό, γι αυτό αφήναμε και τη βρύση ανοιχτή, εκτός βέβαια που το τρεχούμενο νερό πρόσφερε στο χώρο και την κατάλληλη υγρασία. Είχαμε πιει και κρασί 10 ετών, σκέτο βάλσαμο.

Την περίοδο εκείνη, ήμουν πολύ επηρεασμένος από τη θρησκευτική οργάνωση της Χριστιανικής Αδελφότητας της Ζωής, μια και ο Διευθυντής του Οικοτροφείου ήταν φανατικός οπαδός της. Ως αποτέλεσμα αυτής της κατήχησης θεωρούσα κι εγώ τον εαυτό μου σαν τον εκλεκτό του θεού, ως ένα παιδί των υπερκόσμιων λογισμών με μια ακραία υποκριτική στάση απέναντι στ’ ανθρώπινα προβλήματα, τέλος πάντων, σαν μια ανθρώπινη ύπαρξη που είχε το προνόμιο να κατέχει την αλήθεια της ζωής μια και είχα μυηθεί στον τρόπο που προσεγγίζεται το θείο. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Εσπερινού είχα τα μάτια μου κλειστά και επικοινωνούσα με το θεό. Ο π. Γεννάδιος σαν ένας γνήσιος πατέρας μου και με την αποκλίνουσα σκέψη που τον διέκρινε περίμενε την κατάλληλη στιγμή για μια γόνιμη συζήτηση. Ο π. Γεννάδιος δεν μιλούσε ποτέ σαν ένας άνθρωπος που κατείχε την αλήθεια και ήταν πολύ παράξενο αυτό για έναν άνθρωπο που κατέχει μια συγκεκριμένη με θρησκευτική ταυτότητα στον κόσμο της χριστιανικής Εκκλησίας. Ποτέ ο π. Γεννάδιος δεν έκανε διαφωτιστικό κήρυγμα του στυλ «πρέπει» εκείνο «πρέπει» το άλλο. Ούτε ποτέ προσπάθησε να μας πείσει σε κάτι, απλά κατέθετε τα επιχειρήματά του στην οποιαδήποτε διαλογική συζήτηση. Μια φορά μάλιστα μας έπιασε στα πράσα να διαβάζουμε με το Ζήση ένα βιβλίο του Νίτσε. Εξοργίστηκε μεν, αλλά είπε απλά «αυτό το βιβλίο δεν έχει θέση μέσα στο μοναστήρι, αν θέλετε διαβάστε το, αλλά έξω από δω».

Με αφορμή αυτό το γεγονός κάναμε κι εμείς αυστηρή κριτική για θέματα εκκλησιαστικά. Δεχόταν κάθε κριτική και μάλιστα, όταν η κριτική αυτή συνοδευόταν από βαριές φράσεις από τη μεριά μας, συνήθιζε να κάνει το σταυρό του και να λέει «να σας συγχωρήσει ο θεός γι’ αυτά που λέτε». Η πατρική αγάπη που είχε για μας τα συγχωρούσε όλα.

Σ’ εκείνο τον Εσπερινό ο Μπαρμπαμανώλης που καθόταν δίπλα μου, όταν άνοιγα τα μάτια μου ένοιωθα ότι με κοιτούσε παράξενα. Το βλέμμα του εναλλάσσονταν κι αυτό στο ρυθμό που χόρευε το φως από τα καντήλια που τρεμοέσβηναν. Δεν είπε όμως κουβέντα.

Όταν καθίσαμε στην καμάρα για φαγητό τελειώνοντας το φαγητό βασίλευε στα πρόσωπά μας μια ευφορία ιδιαίτερα από το «οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου». Ο Μπαρμπαμανώλης που λίγες φορές στη ζωή του μιλούσε εκείνο το βράδυ απευθυνόμενος σε μένα με ένα ύφος αγάπης και ειρωνείας, με ρώτησε

-Τέλη, απόψε στον Εσπερινό σε έπιασε ο ύπνος;

Κανείς δεν κατάλαβε αυτή την ειρωνική ερώτηση εκτός από μένα. Έχουν περάσει από τότε 50 περίπου χρόνια και παραμένει αλώβητη από το χρόνο. Ο π. Γεννάδιος με ένα μειδίαμα απάντησε για μένα στον Μπαρμπαμανώλη:

-Όχι, Μπαρμπαμανώλη, δεν κοιμόταν ταξίδευε σε ανύπαρκτους κόσμους. Και απευθυνόμενος σε μένα είπε

-Θύμισέ μου αύριο να πάω στη βιβλιοθήκη για να σου δώσω ένα βιβλίο για να το διαβάσεις.

- Την άλλη μέρα ο Ζήσης αναχώρησε για το χωριό του και ο π. Γεννάδιος με κάλεσε να καθίσουμε σ’ εκείνο το δροσερό το καλοκαίρι και ζεστό το χειμώνα δωμάτιο. Καθίσαμε στα σκαμνάκια και μου έδωσε ένα βιβλίο γραμμένο από έναν Αρχιμανδρίτη της Μητρόπολης Χαλκίδας, που είχα ξεχάσει το όνομά του, αλλά μου το θύμισε τις προάλλες ο Ζήσης που τον επισκέφτηκα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ο Αρχιμανδρίτης Καλύβας.

Αυτό που μου είπε ο π. Γεννάδιος ήταν μόνο λέξεις.

«Το θεό δεν το βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου, αλλά μόνον όταν τα έχεις ανοικτά, γιατί ο θεός είναι δίπλα σου, είναι στις καλές πράξεις που βοηθούν το συνάνθρωπο, είναι γενικότερα στην αγάπη του κάθε τι τριγύρω σου». Διάβασε αυτό το βιβλίο που το έγραψε ένας ιερωμένος που έζησε σ’ αυτήν τη θρησκευτική οργάνωση.

Έζησα πολλά χρόνια κοντά στον π. Γεννάδιο όπως και κοντά στον παππού μου, αλλά ουδέποτε τους είδα είτε έξω είτε μέσα στην εκκλησία να κλείνουν τα μάτια για να επικοινωνήσουν με το θείο. Ο παππούς μου μόνο διάβαζε ή απήγγειλε ψαλμούς στους εσπερινούς, στους όρθρους και τις μεσονύκτιες παρακλήσεις που τις έκανε κάθε νύχτα, αλλά στο σπίτι μεταξύ δύο και τρεις τα μεσάνυχτα. Πολλές φορές ξυπνούσα κι έβλεπα τον παππού μου κοντά στο εικόνισμα του δωματίου και η φωνή του με νανούριζε. Ακόμα και σήμερα όταν ξυπνάω τη νύχτα κι έχω αϋπνίες σκέφτομαι τις στιγμές αυτές και με νανουρίζει η φωνή του παππού  μου.

Ο π. Γεννάδιος δεν τα είχε και τόσο καλά με υποκρισίες και φαρισαϊσμούς. Την περίοδο εκείνη μάλιστα επισκέπτονταν πολλοί ιερωμένοι της αδελφότητας αυτής το μοναστήρι, και μπορεί σε μας να ήταν κριτικός, απέναντί τους όμως με πολύ αγάπη και σεβασμό τους συμπεριφέρονταν. Σε πολλές συζητήσεις που γίνονταν μπορεί να διαφωνούσε, αλλά πάντα η κριτική του ήταν καλοπροαίρετη κι όχι δογματική. Έλεγε απλά ότι διαφωνούσε με τη συγκεκριμένη ερμηνεία, όπως και με πολλές άλλες.

Τελευταία φορά που συνάντησα τον π. Γεννάδιο ήταν λίγους μήνες πριν πεθάνει. Σπούδαζα τότε στην Αγγλία κι όταν κατέβηκα στην Αθήνα τον επισκέφτηκα σε ένα παλιοημερολογίτικο μοναστήρι, όπου τον γηροκομούσε ένας ιερωμένος που ήταν παραπαίδι του π. Γενναδίου. Παραπαίδι σημαίνει ότι ήταν κοντά του, όταν ήταν παιδί πριν χειροτονηθεί ως καλόγερος. Μου είπε ότι στην ηλικία ήταν λίγο πάνω από από 73 χρονών.  «Μόνο υπέφερα σ’ αυτή τη ζωή. Δεν κατατάλαβα να υπάρχει κανένα νόημα γιατί να ζω. Γεννήθηκα ορφανός και παρέμεινα όλα αυτά τα χρόνια ορφανός από την ίδια τη ζωή». «Π. Γεννάδιε», είπα, «αν υπάρχει άλλη ζωή, ήσουν τόσο καλός άνθρωπος που θα πας στον παράδεισο. Μόνο για την αγάπη που είχες για μένα και το Ζήση και μόνο γι’ αυτό».

- Ποιον παράδεισο παιδί μου κι εκεί θα ζήσω τη δεύτερη κόλαση.

Για τον π. Γεννάδιο οι φτωχοί και οι καταφρονεμένοι και οι έχοντες την εξουσία ήταν όλοι ίδιοι. Θυμάμαι ένα γεγονός που με εντυπωσίασε. Έρχεται ο πρόεδρος της περιοχής και λέει στον π. Γεννάδιο ότι σε λίγο πρόκειται ο Νομάρχης να επισκεφτεί το μοναστήρι και πρέπει να του ετοιμάσετε φαγητό. Έχετε κότες για να σφάξουμε;

Άκου πρόεδρε απαντάει ο π. Γεννάδιος σήμερα το τραπέζι μας έχει ψωμοτύρι, Αν θέλει ο Νομάρχης να φάει μαζί μας το μεσημέρι, θα φάει κι αυτός ψωμοτύρι.

Την περίοδο που ήμασταν φοιτητές, η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ήταν ανώμαλη με κορύφωμα τη Χούντα του 1967. Και πριν από την χούντα στα

γύρω χωριά επικρατούσε τρομοκρατία. Εμείς ως φοιτητές, αλλά και ως νέοι αγνοούσαμε τον κίνδυνο και το κόστος που είχε να μιλάς ελεύθερα. Μόλις επικράτησε η χούντα καλέσανε τον π. Γεννάδιο στη Μητρόπολη και του ανακοίνωσαν πως δεν ήταν δυνατόν να φιλοξενούνται στο μοναστήρι άτομα που έχουν «κομμουνιστικές» αντιλήψεις. Ακούγοντας αυτά ο π. Γεννάδιος αγανάκτησε λέγοντας πως η κατηγορία είναι συκοφαντική. Τα παιδιά έχουν δημοκρατικές αντιλήψεις και για μένα μπράβο στο κουράγιο τους να τις εκθέτουν. Αν όμως θέσετε όρο να φύγουν τα παιδιά από το μοναστήρι, τότε σας χαιρετώ κι εγώ.

Ο π. Γεννάδιος έβλεπε τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις και λειτούργησε σαν πραγματικός πατέρας μας.