Ο εναρκτήριος λόγος

«Ιδεολογικές προεκτάσεις των εξελίξεων στην Κοινωνία της Γνώσης και της Επικοινωνίας»

Αριστοτέλης Ράπτης (Κεφαλονιά 06-06-2008)

 

Στο πλαίσιο του επετειακού συνεδρίου μας, μια που αυτό είναι και το τελευταίο που διοργανώνουμε μαζί με τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και τους συνεργάτες μου, σκέφτηκα η αποψινή ομιλία μου να μην περιοριστεί σε κάποιο ειδικό θέμα των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας, αλλά να συνδέεται με στοχαστικά ερωτήματα και ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος σχετικά με τις σύγχρονες τάσεις και προοπτικές της εποχής μας  στον επιστημολογικό και κοινωνικό τομέα των εξελίξεων. Καθένας από μας προσπαθεί να διαμορφώσει ένα νόημα, καθώς γινόμαστε μάρτυρες των εξελίξεων που συμβαίνουν γύρω μας, γι’ αυτό και αισθάνθηκα την ανάγκη να μοιραστώ κάποιες σκέψεις μαζί σας. Υπάρχουν και πολιτικές απόψεις ανάμεσα σε αυτές, γι’ αυτό θα ήθελα να δηλώσω εκ των προτέρων το σεβασμό μου σε κάθε αντίθετη άποψη, μιας και η φιλοσοφία μου στηρίζεται στην αρχή ότι η αλήθεια και η γνώση δεν βρίσκεται στο κεφάλι ενός ανθρώπου, αλλά είναι διαμοιρασμένη σε όλη την κοινότητα. 

Ως επιστήμονας της Πληροφορικής ασχολούμαι με τις Τεχνολογίες της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας από το 1974.  Από πολύ νωρίς όμως με απασχόλησε και ο προβληματισμός σχετικά με τις επερχόμενες αλλαγές στο διεπιστημονικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό τομέα, ως αποτέλεσμα τόσο της ίδιας της ραγδαίας ανάπτυξης των Νέων Τεχνολογιών, όσο και της ιδεολογίας που συνδέεται με αυτές. Αυτό είναι και το θέμα της αποψινής μας συζήτησης, με αφορμή τον επετειακό χαρακτήρα του συνεδρίου μας που σφραγίζει το τέλος μίας 35ετούς επιστημονικής θητείας στο χώρο της Πληροφορικής και της Εκπαίδευσης.    

Τη δεκαετία του 80, στα πλαίσια του τότε Ελεύθερου Ανοιχτού Πανεπιστημίου, είχα επισκεφτεί πολλές περιοχές της ελληνικής επαρχίας για διαλέξεις και συζητήσεις με το πλατύ κοινό σχετικά με το ζήτημα των επιπτώσεων της ανάπτυξης των Νέων – τότε - Τεχνολογιών στην κοινωνία και τη ζωή μας, πριν ακόμα γίνουν ορατές οι εξελίξεις για τις οποίες μιλάμε σήμερα.. Εκείνο που διέκρινα τότε ήταν ένας προβληματισμός των συζητητών μου, που προερχόταν από την ιδέα ότι μία μηχανή θα μπορούσε να επηρεάσει τη ζωή μας και κυρίως από το ενδεχόμενο τα ισχυρά οικονομικά και πολιτικά κέντρα του πλανήτη, που θα την κατείχαν μονοπωλακά, να χειραγωγήσουν τους ανθρώπους, αλλά και τις ίδιες τις υπό ανάπτυξη χώρες. Πολλοί προσπαθήσαμε τότε να διατυπώσουμε μελλοντολογικές θεωρίες που διαμόρφωσαν ανάλογα και τις στάσεις μας απέναντι στην νέα τεχνολογία. Όπως όμως συμβαίνει συνήθως, αυτού του τύπου οι θεωρίες διαψεύστηκαν εν μέρει αργότερα από την απρόβλεπτη ανακάλυψη του προσωπικού υπολογιστή, που είχε τεράστιες επιπτώσεις στη σταδιακή εξέλιξη της πληροφορικής αποκέντρωσης. Ο υπολογιστής και οι διευκολύνσεις της πληροφορικής μπορούσαν τώρα να αξιοποιηθούν από τους επιστήμονες και ερευνητές, τους οργανισμούς και όλους τους επαγγελματίες, από το χώρο της βιομηχανίας και των υπηρεσιών μέχρι εκείνο των ΜΜΕ, της υγείας, της τέχνης και της εκπαίδευσης. Το κίνητρο του οικονομικού κέρδους των εταιριών, σε πείσμα των θεωριών της συνομωσίας των παγκόσμιων πολιτικών κέντρων, υπερίσχυσε έναντι των όποιων συμφερόντων κρατικού και πολιτικού χαρακτήρα. Έτσι το τρομακτικό ενδεχόμενο της προνομιακής κατοχής τους από τα λίγα ηγεμονικά κέντρα της εποχής αποσοβήθηκε. 

Ακολούθησε μία περίοδος θαυμασμού, για ορισμένους - ή φόβου και απώθησης για όσους η τεχνολογία αυτή φάνταζε ξένη και απρόσιτη - μπροστά στα καθημερινά της επιτεύγματα, όπως είναι ο χώρος του διαδικτύου, τα συστήματα επεξεργασίας δεδομένων, τα πολυμέσα, τα μοντέλα επίλυσης δυσεπίλυτων ή και άλυτων προβλημάτων, η εικονική πραγματικότητα, η ρομποτική, η νανοτεχνολογία, η επαναστατική αναβάθμιση της παλιότερης μηχανικής τεχνολογίας, τα κάθε λογής τεχνουργήματα που εξελίσσονται με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας κτλ.    

Η μετάβαση από το στάδιο της βιομηχανικής εποχής και του μοντερνισμού σε μία άλλη εποχή, αυτή που τώρα διανύουμε, είχε ήδη αρχίσει. Στην προσπάθειά μας να την κατανοήσουμε και να τη διακρίνουμε από τις προηγούμενες εποχές,  τής προσδίδουμε ορισμένες κυρίαρχες ιδιότητες και χαρακτηριστικά, που σχετίζονται με στοχαστικές και κοινωνικές έννοιες, όπως είναι η μεταβλητότητα και η ρευστότητα, η σχετικότητα και αβεβαιότητα, η χαοτικότητα και η συστημική πολυπλοκότητα, το «άνοιγμα» των ιδεών, των συνόρων και ορισμένων στεγανών ανάμεσα στις επιστήμες και διάφορες άλλες ιεραρχίες κτλ. Ανάμεσα σε αυτά εξέχουσα θέση έχει το χαρακτηριστικό της

-       παγκοσμιοποίησης, μια έννοια για την οποία όλοι μιλάμε, όμως, λόγω της τάσης μας για υπεραπλούστευση των οικονομικών και πολιτιστικών φαινομένων, αδυνατούμε να κατανοήσουμε σε όλες τις διαστάσεις της, και 

-       της οικουμενικότητας, των διαχρονικών δηλαδή κοινωνικών οραμάτων που προκύπτουν από τα παγκόσμια φαινόμενα της φτώχειας και εξαθλίωσης, του πολέμου, των ενεργειακών κρίσεων και από το οξύτατο οικολογικό πρόβλημα, που συνοδεύεται από τον κίνδυνο της αυτοκατοστροφής του ανθρώπινου είδους στον πλανήτη μας την κατάληξη κάθε άλλου οράματος προόδου σε τραγική ειρωνεία. 

Είναι  γεγονός ότι και οι Νέες Τεχνολογίες συνέβαλαν στην επίσπευση και στη γιγάντωση των φαινομένων που προαναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, διότι με τις «έξυπνες» δυνατότητές τους καθιστούν δυνατή την εφαρμογή στρατηγικών και πρακτικών ανάπτυξης που προϋποθέτουν έλεγχο πολύπλοκων, πολυ-παραγοντικών και μεταβαλλόμενων, δυναμικών καταστάσεων και προβλημάτων και με αυτό τον τρόπο ευνοούν το άνοιγμα της αγοράς, την εξάπλωση των πολυεθνικών και την εμπλοκή στο σκληρό παιχνίδι του διεθνούς ανταγωνισμού. Επηρέασαν έτσι και την αλλαγή του τοπίου στο χώρο της εργασίας, των ΜΜΕ και της εκπαίδευσης. 

Η Εκπαίδευση τώρα πιέζεται για τη δημιουργία διαφορετικού μαθησιακού περιβάλλοντος από εκείνο της βιομηχανικής επανάστασης και για την καλλιέργεια ανώτερου επιπέδου γνωστικών και ψυχοκοινωνικών δεξιοτήτων, επομένως και για το μετασχηματισμό ολόκληρης της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Για το λόγο αυτό η λεγόμενη Τεχνολογική Επανάσταση συνδέθηκε με την Επανάσταση της Γνώσης και της Επικοινωνίας παρόλο που στην πραγματικότητα η γνώση και η επικοινωνία ήταν από πάντα δύο σημαντικοί παράγοντες κάθε πολιτιστικής εξέλιξης. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι οι έννοιες αυτές έρχονται στο επίκεντρο και εξαίρονται συμβολικά ως επίτευγμα ή ως ζητούμενο αγαθό, είναι ενδεικτικό της ενασχόλησης των διανοουμένων με αυτές μέσα από ιδιαίτερες, κάθε φορά οπτικές. Καλό βέβαι είναι να στεκόμαστε κριτικά πριν υιοθετήσουμε τέτοιου είδους όρους- συνθήματα. Διότι, με την προβολή των ιδεωδών αυτών, συχνά υποκρύπτεται μία προσπάθεια εξιδανίκευσης του δυτικού πολιτισμού με την απόκρυψη άλλων αρνητικών πλευρών της εποχής που ο ίδιος δημιούργησε, ιδιαίτερα δε του οικονομικού κυνισμού, της άνευ όρων οικονομικής ανάπτυξης, της λατρείας στο θεό κατανάλωσης και των νέων μύθων που επιστρατεύονται σήμερα από τους ισχυρούς για την αποφυγή κοινωνικών αναταραχών. Οι μύθοι αυτοί μπορούν να εντοπιστούν στο δημόσιο λόγο των κρατούντων, συχνά και των αντιπάλων τους, μέσα από τον οποίο γίνεται επίκληση αξιών όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η αξιοκρατία, η πρόοδος, η ισορροπία και η ανάπτυξη, προκειμένου να δικαιολογηθούν πρακτικές που στην πραγματικότητα καταστρατηγούν, συνειδητά ή ασυνείδητα, σημαντικές διαστάσεις των εννοιών αυτών. 

Αξιοσημείωτο σε αυτό το σημείο της συζήτησης είναι ότι πολλοί παιδαγωγοί σήμερα παρατηρούν ότι υπάρχει μια αγαθή συγκυρία ανάμεσα σε αυτά που θεωρητικά απαιτεί η σύγχρονη, τεχνολογικά προηγμένη, οικονομικά περίπλοκη, ρευστή, παγκοσμιοποιημένη και πολιτικά αντιφατική κοινωνία, από τη μια πλευρά, και η σύγχρονη παιδαγωγική, από την άλλη. Πράγματι, πολλά χαρακτηριστικά του επιθυμητού μοντέλου του εργαζόμενου και του πολίτη (όπως, για παράδειγμα, η διανοητική ευελιξία, οι κριτικές, δημιουργικές και επικοινωνιακές δεξιότητες, οι ανοιχτές στάσεις στην αβεβαιότητα, στην πολυσημία και στην πολυπολιτισμικότητα, οι δεξιότητες λήψης αποφάσεων, διαπραγμάτευσης, επικοινωνίας και συνεργασίας, η προσαρμοστικότητα, η συναισθηματική ωριμότητα και η προσωπική ισορροπία) αποτελούν παλιά και διαχρονικά αιτήματα των προοδευτικών κοινωνικών και παιδαγωγικών κινημάτων, σήμερα όμως γίνονται επιτακτικά και από το ευρύτερο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. 

Δεν θα ήταν όμως συνετό να αρκεστεί κανείς στη θεωρία της αγαθής συγκυρίας με τις ανάγκες των εργοδοτών και της παραγωγής. Η εκπαίδευση των παιδιών, η διαμόρφωση των αυριανών ενηλίκων προσωπικοτήτων και πολιτών, χρειάζεται, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες χειραφετικές παιδαγωγικές προσεγγίσεις, να στοχεύει σε οράματα πιο πάνω από την ανάγκη ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της παραγωγής και της αγοράς, πιο πάνω από την εκπαίδευση καριέρας και της ανταγωνιστικής πρωτιάς. Εδώ το λόγο έχουν τα σύγχρονα ιδεώδη των κινημάτων των επιστημών της Αγωγής και της Εκπαίδευσης, ο άνθρωπος ως πρόσωπο και ως κοινότητα, που θα χρειαστεί να λάβει υπόψη τις ισχύουσες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και τις οικολογικές προβληματικές, θα χρειαστεί όμως να μάθει να συμβάλει και στην αλλαγή των συνθηκών αυτών με πρωτοβουλία, οργάνωση, φαντασία και ανανεωμένη ρητορική. Αυτό επίσης σημαίνει ότι και οι ενδεχόμενες αποκεντρωτικές, παραγωγικές και διευκολυντικές δυνατότητες των ΤΠΕ δεν θα θα λειτουργήσουν αυτονόητα και από μόνες τους προς θετικές κατευθύνσεις για την κοινωνία, τον πολιτισμό και την εκπαίδευση (όταν μάλιστα οι τομείς αυτοί παρουσιάζουν ήδη «παθογόνα»» συμπτώματα, όπως αυτά που θα αναφέρουμε στη συνέχεια). 

Γι’ αυτό σήμερα δεν χωράει περισσότερος - σε σχέση με το παρελθόν - εφησυχασμός και άκριτη αποδοχή των σύγχρονων μύθων, που σχετίζονται με την πρόοδο και την τεχνολογία ένας από τους οποίους είναι και ο τεχνολογικός ντετερμινισμός, σύμφωνα με τον οποίο αρκεί και μόνο να εκσυγχρονιστούμε τεχνολογικά για «να μη μείνουμε πίσω». Οι νέες τεχνολογίες έχουν δήθεν μια δική τους δύναμη, που επιβάλλει την κατεύθυνση των θετικών ή αρνητικών εξελίξεων, γι’ αυτό και δεν μπορούμε παρά να προσαρμοζόμαστε σε αυτές και να τις ακολουθούμε. Με αυτό το σκεπτικό  κάθε εκσυγχρονισμός καθεαυτός θεωρείται πρόοδος, και παραγνωρίζεται το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι, κάποιες κοινωνικές δυναμικές είναι πίσω από τις μηχανές και «κινούν» τις τεχνολογίες συνειδητά ή ασυνείδητα προς ορισμένες κατευθύνσεις. Οι προσανατολισμοί αυτοί μπορεί να αποβλέπουν ή να έχουν ως αποτέλεσμα τη μεγιστοποίηση του οικονομικού κέρδους, την αύξηση της παραγωγικότητας, τον έλεγχο πολύπλοκων καταστάσεων, την εκπαίδευση, την έρευνα και τα επιστημονικά επιτεύγματα, τη διάδοση των πολιτιστικών αγαθών, το άνοιγμα των κοινωνιών, τη διασύνδεση των ανθρώπων, τη δημιουργία ακτιβιστικών κοινοτήτων, αλλά και, αντίθετα, την ασφυκτική επιτήρηση των πολιτών, την εξάπλωση της ηγεμονικής κυριαρχίας των  ισχυρών, τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης, την αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων, την πραγματοποίηση εγκληματικών και καταστροφικών ενεργειών. Έχει διαπιστωθεί εξ άλλου ότι, οι σύγχρονες τεχνολογίες, ανάλογα με την κατεύθυνση και το πλαίσιο που θα ενταχθούν, μπορούν να πολλαπλασιάσουν και τα «καλά» και τα «κακά»» γνωρίσματα και αποτελέσματα ενός οργανισμού. Υπάρχουν εξάλλου χώρες που εισήγαγαν στην παραγωγή και την εκπαίδευση τις σύγχρονες τεχνολογίες κατά τρόπο που βελτίωσε τους κοινωνικούς όρους των πολιτών και άλλες που δεν το επιδίωξαν αυτό και οι κοινωνικές δομές τους δεν μετασχηματίστηκαν με τη βοήθειά τους. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας «δεν έπιασε τόπο», όπως λέμε.   

Η ένταξη και αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας λοιπόν στην παραγωγή και την εκπαίδευση δεν είναι ζήτημα τόσο τεχνικό, ούτε και μπορούν να το διαχειριστούν και να το επιλύσουν οι τεχνοκράτες τεχνολόγοι ή οικονομολόγοι. Στην ουσία του παραμένει ζήτημα κοινωνικό, ηθικό, φιλοσοφικό, πολιτικό.  Από την άλλη πλευρά, βέβαια, η κουλτούρα και η τε­χνική, ο άνθρωπος και η μηχανή δεν είναι έννοιες ασυμφιλίωτες, αφού ο άνθρωπος είναι ένα ον που σκέφτεται με τα εργαλεία του, τα υλικά και τα πολιτιστικά και διαμορφώνε­ται από τα δημιουρ­γήματά του. Ο άνθρωπος είναι, μεταξύ άλλων, και Sapiens και Fiber και Εconomicus, αφού όλα αυτά συνυπάρχουν και αλλη­λεπιδρούν, έχει όμως και μια ακόμη ξεχωριστή ιδιότητα: την αριστοτε­λική, που τον χαρακτηρίζει ως ζώο πολιτικό, στην οποία, θα μπορούσε να προ­στεθεί το «ζώο ποιητικό», ή «ου­τοπικό», χάρις στο μο­ναδικό χάρισμά του να κινείται στο χώρο του δυνα­τού και της φαντασίας και να ορα­ματίζεται (κάτι βέβαια που εμπεριέχεται και σε όλους τους προα­ναφερθέ­ντες χαρακτηρισμούς). 

Το κατά πόσον θετικά ή αρνητικά σηματοδο­τη­μένος θα αποβεί ο χα­ρακτηρισμός που αποδίδε­ται στο σύγχρονο άνθρωπο με τον όρο «Homo Infor­maticus» δεν είναι ακόμη βέβαιο, αφού όπως τονίστηκε και προηγουμένως, η Πληρο­φορική, η σύγχρονη δηλαδή τεχνολογία επεξεργα­σίας, μετάδοσης και αξιοποίησης της πληροφο­ρίας δεν συνιστά αξία από μόνη της. Η αξία ή απαξία της είναι κοινωνικά, πολιτιστικά και ιδεολογικά προσδιορισμένη. Γι’ αυτό και έχει γίνει πλέον κα­τανοητό ότι οι Νέες Τεχνολογίες, όσο και αν δια­τηρούν ως διαμεσολαβητές τη δική τους δύναμη, δεν είναι εν τούτοις από μό­νες τους ούτε κα­λές, ούτε κακές, αλλά θα κρι­θούν ανάλογα με την κοι­νωνική και πολιτι­στική τους χρήση, ανάλογα με την κατεύθυνση, δη­λαδή, που η συνιστα­μένη της κοινωνικής δυνα­μικής θα της δώσει, έτσι ώστε να διαμορφω­θούν τα κυρίαρχά της γνωρίσματα σε σχέση με τη συμβολή της στο χτί­σιμο μιας καλύ­τερης κοι­νωνίας, μιας καλύτερης μορφής ανθρώ­που. 

Θα πρέπει βέβαια να παραδεχτούμε ότι η τεχνική μεθοδολογία, είναι σημαντική και υπάρχει σε όλες σχεδόν τις κοινωνικές και εκπαιδευτικές φιλοσοφίες και πρακτικές. Η τεχνοκεντρική σκέψη όμως είναι εκείνη που, τελικά, αποπροσωποποιεί και υποβαθμίζει την αναπτυξιακή και την εκπαιδευτική διαδικασία. Η τεχνολογία μπορεί να αποβεί θαυματουργή, η τεχνοκεντρική φιλοσοφία και σκέψη όμως, είναι αναπαραγωγική, μηχανιστική και ελάχιστα δημιουργική. Δε ρωτάει, δεν κρίνει. Την ενδιαφέρει η αποδοτικότητα, η στενώς εννοούμενη αποτελεσματικότητα και όχι τόσο ο κοινωνικοπολιτιστικός προσανατολισμός των στόχων, το νόημα, η ποιότητα και τα μηνύματα της διαδικασίας και των κοινωνικών σχέσεων, οι ουσιαστικές αλλαγές. 

Στην εκπαίδευση η τεχνοκρατική προσέγγιση επικεντρώνεται σε διαγνωστικές μεθόδους, επικεντρώνεται στα μετρήσιμα αποτελέσματα, τοποθετεί τους ανθρώπους σε κουτάκια, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι τα χρησιμοποιούμενα εργαλεία μέτρησης ανθρωπίνων ιδιοτήτων είναι ακόμη ατελή και ότι τα μαθησιακά φαινόμενα και τα πρόσωπα είναι πολύ πολύπλοκα και ιδιοσυγκρασιακά, για να κατανοηθούν σε συνθήκες ομογενοποίησης και με κριτήρια που, συνήθως, αφορούν κατώτερου επιπέδου μαθησιακά αποτελέσματα, μόνο και μόνο επειδή αυτά  προσφέρονται περισσότερο για να μετρηθούν δήθεν αντικειμενικά ή για να προβλεφθούν με απόλυτη σαφήνεια τα επιδιωκόμενα μαθησιακά αποτελέσματα, αφήνοντας απέξω τα πιο ανθρώπινα, τα πιο σημαντικά. 

Η τεχνοκρατική αυτή φιλοσοφία και οι αντίστοιχες μεθοδολογίες της, ταίριαζαν θαυμάσια στην περίοδο του αντικειμενιστικού ορθολογισμού, που συμβάδιζε με τη φιλοσοφία του τεϋλορικού και φορδικού μοντέλου οικονομίας και διοίκησης, γι’ αυτό και στις ανεπτυγμένες δυτικές χώρες είχαν γίνει προσπάθειες μεταφοράς της στην εκπαίδευση της βιομηχανικής εποχής. Στη χώρα μας βέβαια επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί κάπως όψιμα, γι’ αυτό και σήμερα, αυτό που πολλοί πολιτικοί στην εκπαίδευση θεωρούν μοντέρνο και εκσυγχρονιστικό, στην πραγματικότητα γίνεται ένα ακόμη εμπόδιο για τον αναγκαίο μετασχηματισμό της εκπαίδευσης. 

Εκείνο που παρατηρούμε, είναι ότι, παράλληλα με τις εξελίξεις στον τεχνολογικό, οικονομικό, επιστημονικό-εκπαιδευτικό  τομέα, καθώς και με τις παρεπόμενες πολιτικές ανακατατάξεις στους εγκαθιδρυμένους συνασπισμούς χωρών στο διεθνή χώρο (ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και η κατάρρευση του συνασπισμού των σοσιαλιστικών χωρών), από τη δεκαετία ήδη του ΄70 γίνονται  προσπάθειες επανα-θεώρησης των επιστημολογικών, φιλοσοφικών, κοινωνικών και ηθικών προβλημάτων της σύγχρονης κοινωνίας με αποτέλεσμα τη δημιουργία ρευμάτων διεπιστημονικής σκέψης που συμπληρώνουν, ενίοτε και κριτικάρουν, τις θεωρήσεις τόσο του δυτικού φιλελευθερισμού, όσο και τις θεωρήσεις του ορθόδοξου μαρξισμού με τη μελέτη και ανάδειξη του πολιτιστικού παράγοντα, των θεσμών, της υποκουλτούρας, του δημόσιου και ιδιωτικού λόγου μέσα από τη σκοπιά της κοινωνιο-γλωσσολογίας, της επικοινωνίας, της διαμόρφωσης ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, της ψυχολογίας, της ανθρωπολογίας, ακόμη και της τέχνης και της θρησκείας, οι οποίες καταλήγουν στη διαμόρφωση των δικών τους προτάσεων για το μετασχηματισμό και την αλλαγή της κοινωνίας. 

Οι διανοούμενοι της Ευρώπης και της Αμερικής, μετά την εμπειρία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, δίνουν μεγάλη έμφαση εκτός από την πολιτική, και στην ηθική και ψυχολογική διάσταση του φιλοσοφικού και κοινωνικού προβληματισμού.  Υποχωρεί η ιδέα της αυθεντίας ορισμένων ατόμων, η αντίληψη, δη­λαδή, ότι υπάρχουν άνθρω­ποι που είναι αλάνθα­στοι και τα γνωρίζουν όλα. Υποχωρεί και ο δογ­ματι­σμός, η απαίτηση δηλαδή να επιβάλλουμε ή να δεχόμαστε χωρίς αμφισβή­τηση και έρευνα τις ιδέες κάποιων ανθρώπων, μόνο και μόνο επειδή ισχυρί­ζονται ότι αυτές είναι οι μόνες ορθές, ή γιατί έχουν μακρά παράδοση, χωρίς να βλέπουμε τα θετικά κάθε αντίθετης άποψης. Σή­μερα γινόμαστε πιο ανοιχτοί στην εξέταση των διαφο­ρετικών απόψεων και ο φανατισμός δεν θε­ωρείται πλέον προτέρημα, καθήκον ή γενναιότητα. Δημιουργείται δυσπιστία απέναντι στον οποιοδήποτε διαφωτισμό, όχι μόνον λόγω της αντικειμενιστικής του φιλοσοφίας, αλλά και γιατί στην κοινωνική πρακτική μπορεί να καταλήξει χωρίς να το αντιληφθεί κανείς σε ακραίους πόλους των διλημμάτων κάθε δογματισμού: ιδεολογικού, πολιτικού, κοινωνικού, ψυχολογικού, θρησκευτικού. 

Το παράδοξο στην υπόθεση αυτή είναι ότι, μαζί με την εμ­φάνιση της αυστηρής ψηφιακής λογικής του υπο­λογιστή, που δεν ση­κώνει αποχρώσεις του άσπρου ή μαύρου, που είναι αυστηρή, ορθολογική και ελά­χιστα δια­λεκτική, εμφανί­ζε­ται και το αντίθετό της, δηλαδή η φιλοσοφία της κυβερνητικής σκέ­ψης, της μη γραμμικής και της χαοτικής συ­στημικής προσέγγι­σης, που δεν ήταν εύκολο να ανθίσει παρά μόνον στην εποχή που βασί­στηκε σ’ αυτές ακριβώς τις τεχνικές, τις οποίες μόλις προηγουμένως κατη­γο­ρήσαμε. Είναι η εποχή των Νέων Τεχνολο­γιών, που τα γέννησε και τα δύο: και τον αυστηρό ορθολογισμό και την υπέρβασή του.   

Ο σχετικισμός, η ερμηνευτική σχολή,  η συστημική και ενιαιοποιητική θεώρηση του κόσμου αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος έναντι των αντικειμενιστικών, μηχανιστικών θεωρήσεων στη Φυσική και των ορθολογιστικών και σκληροπυρηνικών μαρξιστικών θεωρήσεων στην Πολιτική, γεγονός που επηρεάζει και το χώρο της εκπαίδευσης με την αναβίωση και ενίσχυση των μαθητοκεντρικών, πολιτικο-χειραφετικών και κοινωνικο-οικοδομιστικών παιδαγωγικών προσεγγίσεων που είχαν μείνει ανεφάρμοστες από τα μέσα του περασμένου αιώνα.  

Υπάρχει όμως ένα μεγάλο κενό ανάμεσα στις θεωρίες και τις πρακτικές σε όλα τα επίπεδα, στο κοινωνικό, το θεσμικό και το προσωπικό. Η προοπτική της πραγμάτωσης τέτοιου είδους αλλαγών στην εκπαίδευση προσκρούουν σε πολλές δυσκολίες, σε ιδεολογικές, αλλά και πραξιακές αντιστάσεις και αντιφάσεις. Και αυτό οφείλεται όχι μόνον στις συντηρητικές τάσεις που βολεύουν τα ισχύοντα συστήματα και στους πανίσχυρους αναπαραγωγικούς τους μηχανισμούς, στις μη συνειδητές διαδικασίες της κοινωνικοποίησης και της διαμόρφωσης ταυτοτήτων, αλλά και στην έλλειψη εμπειρίας στο επίπεδο της συλλογικής πράξης και του βιώματος.   

Από την άλλη πλευρά, οι θεωρίες, τα οράματα και τα κινήματα είναι εύκολο να διαστρεβλωθούν στην πορεία της υλοποίησης και να αποκτήσουν γνωρίσματα ιδιαιτέρως απεχθή για τους ιδρυτές κάθε λογής –ισμών. Για παράδειγμα, το σύνθημα «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», η άνωθεν πεφωτισμένη πιεστική καθοδήγηση και προπαγάνδα, μπορεί να υιοθετηθούν τόσο από φασιστικά, όσο και από αριστερού τύπου καθεστώτα. Το περιεχόμενο διαφέρει, ο τρόπος σκέψης όμως συγκλίνει. Άλλο παράδειγμα αποτελεί το φαινόμενο της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του πολέμου και της ηγεμονικής κυριαρχίας το οποίο, κάτω από ορισμένο ιδεολογικό κάλυμμα ή πρόσχημα μπορεί να υιοθετηθεί άνετα τόσο στις δυτικές, φιλελεύθερες κοινωνίες, όσο και στα ανατολικά θεοκρατικά καθεστώτα.      

Και ενώ οι σύγχρονοι στοχαστές τρέφουν μία αποστροφή απέναντι στην ιδέα της αυθεντίας, δεν είναι εύκολο να αποφύγουν και οι ίδιοι τον κίνδυνο να προσκολληθούν στις ιδιαίτερες προτιμήσεις τους και στην παντελή απόρριψη της αλήθειας του αντιπάλου. Γι αυτό, εκείνο στο οποίο χρειάζεται κανείς να έχει τα μάτια ανοιχτά, είναι τα όρια της εγκυρότητας των ίδιων του των ιδεών, καθώς και οι ενδεχόμενες παρανοήσεις ή αντιφάσεις που κρύβονται πίσω από τις πρακτικές του.  Όλες οι μεγάλες θεωρίες έχουν εξ άλλου εμφανίσει αντιφάσεις και ένας από τους λόγους είναι ο υπερβολικός ενθουσιασμός των εισηγητών τους με την ανατροπή προηγούμενων ιδεών και την ανακάλυψη μίας αλήθειας, που στην πραγματικότητα και αυτή με τη σειρά της βασίζεται ως ένα βαθμό σε μονόπλευρες προσεγγίσεις, αδοκίμαστες και υποθετικές συλλογιστικές, που στερούνται ερείσματος σε όλες τις εμπλεκόμενες με το θέμα τους επιστήμες, αλλά και στην πραξιακή εμπειρία.  Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η ιδέα που είχε παρεισφρύσει στους κόλπους του ορθόδοξου μαρξισμού, παρά τη μεγάλη ιστορικής σημασίας συμβολή του στην εξέλιξη της κοινωνικής σκέψης, η παραδοχή δηλαδή ότι υπάρχουν και καλές δικτατορίες, με το σκεπτικό ότι από τη στιγμή που οι υλικές συνθήκες μιας κοινωνίας ανατραπούν, η επιθυμητή πολιτική και πολιτιστική αλλαγή θα ακολουθήσει (ως απλή αντανάκλασή της) και ότι κάθε άλλη άποψη είναι αναθεωρητική, δηλαδή επικίνδυνη, δεν φαίνεται σήμερα να είναι και τόσο αποδεκτή από τους διανοούμενους των νεώτερων σχολών σκέψης. Γενικότερα, σήμερα έχει ξεπεραστεί η παιδική ηλι­κία του δήθεν επιστημονι­κού, του απλουστευτικού δηλαδή ορθολογισμού, που μας κληροδότησε, μαζί με τα θετικά της, η περίοδος του Διαφωτισμού, που με την υπερβολική πίστη στην αντικειμενικότητα της επιστήμης μερικές φορές υποβίβασε τον άνθρωπο σε πειραμα­τόζωο του εργαστηρίου, τον υπέταξε στη νέα αυταρ­χική αυθεντία του δήθεν κριτικά σκεπτόμε­νου πολιτικού επαναστάτη και διαπότισε τη σκέψη και τη δράση γενεών ολόκληρων με την ιδέα ότι τα αν­θρώπινα και κοινωνικά ζητήματα μπορούν να μετρηθούν, να ακτινογραφη­θούν, να διαγνωσθούν επιστημονικά και να θεραπευθούν με παρεμβάσεις της αυθεντίας, όπως θα γινόταν με ένα υποτιθέμενο ιατρικό περιστατικό.   

Η ίδια κριτική ισχύει και για τις σύγ­χρονες υποβιβαστικές τεχνο­κρατικές ιδεολογίες και πρα­κτικές, που μεταχει­ρίζονται τον άνθρωπο ως ανά­λογο της ηλεκτρονι­κής μηχανής και όχι ως ύπαρξη,  ως κατασκευαστή συμβόλων και νοημά­των, ως αυτεξούσιο και δη­μιουργικό φορέα σκέ­ψης και ποιημάτων, με την αρχαιοελληνική ση­μασία του όρου. Έχει επίσης γίνει πλέον κατανοητό ότι δεν είναι πάντοτε εύκολο - και χωρίς πόνο - το να ανα­γνωρίσει κανείς και να δεχθεί τις υπάρχουσες και αναδυόμενες αντιθέ­σεις ή αντι­φάσεις και πολύ περισσότερο, να τις επεξεργαστεί και να τις συνθέ­σει σε ένα καινού­ριο όλον, όταν αυτό που συνειδη­τοποιεί ότι έχει στα χέρια του, είναι μόνον κατα­κερ­ματι­σμένες γνώσεις, τεχνητές εν­νοιολογικές κα­τηγο­ρίες, μηχανιστικές λογικές αρ­χές και τεχνι­κές, ξε­περασμένα θεωρητικά σχή­ματα και «αποπλα­νητι­κές» ενοράσεις.

Οι γενικές παρατηρήσεις που εκφράστηκαν προηγουμένως ισχύουν σε μεγάλο βαθμό και στην περίπτωση του σχεδιασμού του εκπαιδευτικού εκσυγχρονισμού στη χώρα μας, που σχετίζεται με την ένταξη και αξιοποίηση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση. Μέχρι πρόσφατα, έχουμε γίνει μάρτυρες της σχετικής επικράτησης στην επίσημη εκπαιδευτική πολιτική ορισμένων τεχνοκεντρικών αντιλήψεων σε βάρος μιας διεπιστημονικής, εκπαιδευτικά και παιδαγωγικά προσανατολισμένης, προσέγγισης του θέματος και της αντίστοιχης πρακτικής, με αποτέλεσμα να υπάρξει υστέρηση μίας εικοσαετίας στην εκπαιδευτική πολιτική, γεγονός που έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δημιουργία σχετικής εμπειρίας και παράδοσης στον εκπαιδευτικό χώρο. Το τελευταίο διάστημα βέβαια έγιναν κάποια θετικά βήματα με την προσπάθεια ανάπτυξης εκπαιδευτικού λογισμικού για το σχολείο και έχουν εφαρμοστεί μικρής διάρκειας επιμορφωτικά προγράμματα εκπαιδευτικών στην παιδαγωγική αξιοποίηση βασικών εργαλείων των ΤΠΕ, η έλλειψη όμως μίας συστημικής προσέγγισης του ζητήματος με βιώσιμα χαρακτηριστικά και η συνέχιση της παραμέλησης του ρόλου του εκπαιδευτικού σε όλες τις επιχειρούμενες μεταρρυθμίσεις, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιόδοξων προβλέψεων σχετικά με το πρόβλημα της αποτελμάτωσης του εκπαιδευτικού μας συστήματος. 

Ως επιστήμονας θεώρησα απαραίτητο να συμπεριλάβω στη συζήτηση ζητήματα που αφορούν τις σύγχρονες τεχνολογίες και την κοινωνία και τον πολιτισμό. Επειδή όμως η φύση του ανθρώπου δεν εξαντλεί­ται μό­νον στην κοινω­νική και την πολιτισμική, αλλά διαθέτει και την υπαρξιακή-εσωτερική της διάσταση, επειδή ο άν­θρωπος δεν είναι μόνον δη­μιούργημα, αλλά και Υποκείμενο της εμπειρίας, θα ήταν καλό να ολο­κληρώσουμε τη συζήτηση (έστω και με τον κίνδυνο να φανεί αυτό παρωχημένο) με την αναφορά σε μία από τις σημαντικότερες ψυχοκοινωνικές διαστάσεις του σύγχρονου προβληματισμού. 

Ο γνωστικός, πολιτικός και υπαρξιακός αγώνας του ανθρώπου, είτε με την τραγικότητα, με την οποία τον χρωμάτισαν, πα­ραδείγματος χάριν, ο Μαρξ, ο Φρόυντ και ο Καζα­ντζάκης (ως συνεχή πάλη αντιθέτων δυνά­μεων), είτε όπως τον θέλουν οι σύγχρονοι ανθρω­πιστές και αποδομιστές των κοινωνικών επιστημών (ως αρμονία των αντι­θέτων ή ως υπέρβασή τους) είναι συ­νεχής και αέ­ναος. Το καινούργιο έχει τις ρίζες του μέσα στο παλιό, και είναι δυνατόν να το ενσωμα­τώσει δη­μιουργικά, είναι πολύ δύσκολο όμως να υπερβούμε εντελώς την εμπειρία που μας έθρεψε.

Οι περισσότερες θεωρητικές προ­σεγγίσεις στοχεύουν στη συνεχώς ανα­πτυσσόμενη αυτοσυνειδη­σία και στην ευημερία του ανθρώ­που, στη δικαιοσύνη, την ελευθερία, την αδελφο­σύνη και την προσωπική καταξίωση, όμως ο κα­θένας τις εννοεί δια­φορετικά και διατυ­πώνει δια­φορετικές προτάσεις για την επιδίωξή τους. Θεω­ρούμε ότι έχει φθάσει πλέον ο καιρός της ανα­θεώρησης και της σύνθε­σης των διαφορε­τικών θεωρήσεων, καθώς και της συνέργειας των δια­φορετι­κών κοινωνικών δυνάμεων με προσανατολισμό στο διαρ­κώς ζητούμενο: τον Άνθρωπο και τον Κόσμο του. 

Βλέπουμε για παράδειγμα, ότι στο πέρασμα των αιώνων πολλές αλλαγές έχουν γίνει, πολλοί νόμοι έχουν ανακαλυφθεί, ενώ άλλοι έχουν καταλυθεί. Ένα όμως από τα πράγματα που δεν άλλαξε, από την εμφάνιση των περισσότερο οργανωμένων ανθρώ­πινων κοινωνιών μέχρι σήμερα, είναι η αδυναμία του δυνατού (σε όλα τα επίπεδα της κοι­νωνιο-ομά­δας) να υπερβεί τον πειρασμό της χρήσης ή και κατάχρησης της εξουσίας του με κάθε πρό­σφορο τρόπο, η αδυναμία του να μπει στη θέση του άλλου, η τάση του να εν­διαφέρεται πάνω από όλα για το ίδιον συμφέρον και να αναλώνεται στην αδιάκοπη επιδί­ωξή του, επικαλούμενος την αρχή της αλληλε­ξάρ­τησης και της συναίνεσης μόνον όταν το συμφέρον αυτό κινδυ­νεύει. Ως προς αυτό το κριτήριο, η αν­θρώπινη κοι­νωνία είναι ακόμη τόσο παλιά, όσο ήταν πά­ντοτε. Σε αυτό τον τόσο σημαντικό ψυχοκοινωνικό τομέα, εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε πάει πιο πέρα από εκεί που μας άφησε η φύση.  Γι αυτό και οι ιδέες του σχετικισμού υπάρχει κίνδυνος να καταλήξουν σε μία σοφιστική, εγωκεντρική αναρχία, ή να προκαλέσουν το άγχος του φόβου και της έλλειψης ελέγχου, καθώς και την ανασφάλεια του χάους. Οι ιδέες του ανοίγματος στην ετερότητα, από την άλλη πλευρά, μπορεί να προκαλέσουν το φόβο του αφανισμού της προσωπικής και συλλογικής μας ταυτότητας.

Ο πολιτισμός μας εν τούτοις δεν κινδυνεύει τόσο από την έκθεσή μας σε άλλους πολιτι­σμούς, όσο από την ίδια μας την αδυναμία να αναπτύξουμε την παιδεία, την επιστήμη και την κοινωνική μας αγωγή, από την τάση για άκριτο μιμητισμό και την παγί­δευσή μας σε συμφέροντα που προωθούν τις καταναλωτικές υπερβολές, τις νέες μόδες και την ξενομανία, την εισαγωγή αντί την παραγωγή νέων πολιτιστικών αγαθών. Διότι, όταν ένας λαός έχει κάτι να δώσει στους άλλους και στην ιστορία (και το γνωρίζει), δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από αυτούς. 

Όμως, σε τελευ­ταία ανάλυση, η ανα­γωγή όλων των προβλημάτων στη σφαίρα της δια­νόη­σης, της κοινωνιολογίας, της οικονομίοας και της πολιτικής και μόνον δεν θα αρ­κούσε για την κατα­νόηση και την αντιμετώ­πιση των παλιών και νέων ανθρώπινων προβλημά­των. Στις περι­πτώσεις που απουσιάζει το στοιχείο της σχεσιο-συναισθηματι­κής ανάπτυξης στο ενδο-προσωπικό και το δια-προσωπικό επί­πεδο, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια μορφή ιδεολογικής υστε­ρίας, σε μια μη ισορ­ροπημέ­νη και υγιή αντι­μετώπιση των προ­βλημάτων, με όλες τις επακό­λουθες, δυσάρε­στες παρενέργειες. Η γενικότερη στάση απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους είναι βασικά ζήτημα κοινωνικο-ψυ­χολογικής ανάπτυ­ξης, τη σημασία της οποίας δεν πρέπει να υποτιμούμε, γιατί αυτή επηρεάζει και τη στάση μας απέναντι στην Ετερότητα, στην κοι­νωνία γενι­κό­τερα, στη ζωή και τη φύση, αλλά και τις πολιτικές πρακτικές μας στην καθημερινή ζωή. Η σχε­σιο-ψυχολο­γική πλευρά του ανθρώ­που, που ση­μειωτέον έχει πλέον διαβρώσει και τις «καθαρά» κοινω­νιο­λογικές έννοιες, όπως είναι η έννοια της εξου­σίας, της δύναμης και του κοινωνικού ελέγχου, της πάλης των συμ­φερό­ντων, της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής ιε­ράρχησης, υπήρξε μία από τις πιο παραμελημέ­νες πλευρές του προβληματισμού που έχει απασχολήσει μέχρι τώρα τους κοινωνικούς διανο­ούμε­νους. 

Η αρχαία ελληνική παράδοσή μας ήταν πε­ρισ­σότερο νοη­σιαρχική, όμως η χριστιανική πα­ράδοση, απαλλαγμένη από τις αυτο-βασα­νιστι­κές επιδρά­σεις της πανάρχαιας ανατολικής φιλοσο­φίας, εμπεριέχει ανεκμετάλλευτα σπέρ­ματα συναι­σθη­ματικής νοημοσύνης, που ορι­σμένα από αυτά έχουν ήδη αναγνωριστεί από τις - νεαρές ακόμη - σύγ­χρονες επιστήμες της μελέτης του ανθρώπου ως ψυχολογικού, βιολογι­κού και κοινωνικού ορ­γανι­σμού. Η θρη­σκεία σήμερα θεωρείται και αυτή ένα επι­στημονικά αναγνώσιμο αφή­γημα της ανθρωπότη­τας, που εμπε­ριέχει καλυμμένα μηνύματα για ανθρώ­πινες ανά­γκες και άλυτα προβλήματα, τα οποία εκφράζονται μέσω της μυθοπλαστικής συλλογικής μας γλώσ­σας. Η αγάπη που κήρυξε ο Χριστός, για παράδειγμα, δεν είναι ένα απλό κήρυγμα, που απηχεί την ιδεολογία των θρησκευομένων και μόνον. Σήμερα οι κοινωνικοί αναλυτές μιλούν για ανθρώπινη αλληλεγγύη, οι ψυχολόγοι για ενσυναίσθηση, αποδοχή και ουσιαστική επικοινωνία, οι παιδαγωγοί για κλίμα αγάπης και αποδοχής, για κατανόηση των πρότερων ιδεών και της εμπειρίας των μαθητών, οι οικονομολόγοι για αναθεώρηση της έννοιας της ανάπτυξης με ανθρώπινο και οικολογικό προσανατολισμό, οι περιβαλλοντολόγοι για άμεση αναθεώρηση του εγωκεντρικού τρόπου που βλέπουμε τον εαυτό μας και τη φύση.  Όλοι μιλούν για αυτο­συνειδησία, που κατακτάται μέσα από υπερβάσεις, όπως είναι η γνώση του εαυτού με την υπέρβαση του εγωκεντρισμού, η γνώση του εσύ μέσα από την υπέρβαση του εγώ  και του εμείς μέσα από την υπέρβαση του εθνοκεντρισμού, με την ευρύτερη έννοια του όρου. Το αίτημα δηλαδή να οδηγηθούν δηλαδή οι κοινωνίες στο Μέ­τρο της ανθρωπιάς, που, από μια άποψη, ση­μαίνει και να αποδεχθούν τα όριά της και να βιώ­σουν τη μεγαλοσύνη της μέσα από αυτές τις υπερβάσεις. Διότι θα ήταν πράγματι τραγικό το να βιώσουμε την οικου­μενικότητα στην έσχατη αρ­νητική της μορφή, όταν δηλαδή θα έφθαναν πολύ αργά στο σημείο να κατανοήσουν οι δυνατοί της γης, για παράδειγμα, ότι δεν έχουν τίποτα σημα­ντικό να «χωρίσουν» ακόμη και με τους πιο «τα­πεινούς» ή μισητούς συνανθρώπους τους, εφόσον θα ήταν  αναγκασμέ­νοι να μοιράζο­νται τον ίδιο μολυσμένο αέρα και την εξίσου μολυσμένη τροφή με αυτούς, εξ αιτίας της αμείωτης κερδοσκοπικής και καταναλωτικής απλη­στίας τους (που τελικά οδηγεί στην καταστροφή του οικολογικού συστή­ματος του πλανήτη μας) και της κοντόφθαλ­μης αντίληψης για το ποιο είναι πραγματικά το νόημα του ουσια­στικού, πνευματι­κού και ηθικού κέρδους κάθε ανθρώ­που. 

Το νόημα αυτό χρειάζεται να παλέψουμε για να το αναπτύξουμε όχι τόσο με τον αφανισμό του αντί­θετου και της αντι­νομίας, όσο με την ανα­ζή­τηση του εκάστοτε Μέτρου, το οποίο δεν εννοεί­ται ως απλή μεσότητα ή μετριότητα, αλλά ως δυ­ναμική, Ηρακλειτική αρμονία, το πρόσωπο της οποίας μας είναι ακόμα άγνωστο, αφού σχετίζεται με όλους τους τομείς της προσωπικότητας του ατόμου και της κοινω­νίας. Ας μην ξεχνούμε εξ άλλου ότι η λογικο-συ­ναισθηματική προδιά­θεση και η στάση του ατό­μου και των ομάδων είναι αυτή που κάνει τη δια­φορά και μετα­τρέπει τον πολι­τικό και τον ιεραπό­στολο σε ευερ­γέτη ή σε μισάν­θρωπο και τους αγωνιστές μιας ιδέας σε οικοδό­μους προόδου ή σε νέους βασανι­στές. 

Το να μπορεί κανείς να βλέπει τα πράγματα και από τη θέση του άλλου, να κατανοεί τα συναισθήματά του, τις ανάγκες του και τον τρόπο που δομεί ο άλλος τη σχέση του εαυτού του με την πραγματικότητα είναι μία ικανότητα, σοφία και αρετή που, αν μπορούσαμε να την αναπτύξουμε, θα είχαμε λιγότερη αδικία, καταδυνάστευση, εκμετάλλευση και ρατσισμό και θα επιτυγχάναμε καλύτερη επικοινωνία, αλληλεγγύη σχεσιακή αρμονία. Πολλοί επιστήμονες αναφέρονται στην έννοια της ενσυναίσθησης ή ετεροσυναίσθησης (empathy, στα αγγλικά).

Η ενσυναίσθηση αποτελεί μια ικανότητα που μαθαίνεται και αναπτύσσεται ή μια στάση ζωής, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην προσπάθεια να έρθει κανείς σε επαφή, να επικοινωνήσει και να κατανοήσει τους άλλους, αναφορικά με καταστάσεις τις οποίες βιώνει το άτομο, καθώς και τις εμπειρίες ή τα συναισθήματα που έχει. Υπάρχει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό σε κάθε άτομο, υποτυπωδώς και στα ζώα, στον άνθρωπο όμως συνδέεται και με το αίσθημα ευθύνης προς τους άλλους. Είναι σχεδόν απίθανο βέβαια να καταφέρουμε να δούμε τον κόσμο με τα μάτια των άλλων και να νιώσουμε όπως αυτοί. Συνήθως σταματάμε σε ένα αίσθημα συμπόνιας φανταζόμενοι πώς θα ήμασταν εμείς στη θέση τους και αδυνατούμε να μπούμε στο δικό τους πλαίσιο αναφοράς. Ωστόσο, είναι σημαντικό να προσπαθεί κανείς να είναι ανοιχτός, με την έννοια ότι τουλάχιστον έχοντας επίγνωση της αδυναμίας του αυτής, θα μπορεί να είναι σε θέση να αφουγκράζεται τους άλλους, να αναθεωρεί πιο εύκολα τις παρερμηνείες και τα βιαστικά του συμπεράσματα, να πραγματοποιεί μια πιο ανοιχτή επικοινωνία με τους άλλους και να προσπαθεί να πείσει και τους άλλους να κάνουν το ίδιο για το πρόσωπό του.

Η ευέλικτη αυτή και ανοιχτή στάση, σκέψη και συμπεριφορά δεν επιτυγχάνεται εν τούτοις με στερεότυπες προτάσεις και συνθήματα. Χρειάζεται πρότυπα ζωής, χρειάζεται βίωμα. Χρειάζεται καλλιέργεια, οδυνηρές αναθεωρήσεις και γλώσσα που να αγγίζει τους πολλούς, όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τον κόσμο της φύσης, που ειδικά τον τελευταίο, εγωκεντρικά φερόμενοι,  τον έχουμε περιφρονήσει, υποτιμήσει και βάναυσα κακομεταχειριστεί.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι προϋπόθεση της λειτουργίας της ενσυναίσθησης ή της ετεροσυναίσθησης είναι η ιδέα της αγάπης για τον εαυτό μας και τους άλλους και είναι η ανώτερη έκφραση αν­θρωπιάς και προϋποθέτει την αποδοχή του άλ­λου, το σεβασμό, την κατανόηση, τη γνήσια επικοι­νωνία. Θεωρούμε ότι στη σύγχρονη εποχή μια προώθηση της μεταγνώ­σης, της δράσης, μεταξύ άλλων, και σ’ αυτόν τον ψυχο-κοινωνικό τομέα του ανθρώ­που, θα μας έδινε ίσως την ευκαιρία να ανακαλύψουμε έναν από τους όρους που θα συνέβαλε στη δημιουργία μιας σημα­ντικής γνωστικής - επιστημονικής ανα­κάλυψης και μιας βαθύτερης επανάστασης της κοινωνίας των πολιτών και του προσώπου.